Η κατοχή στην Ελλάδα ξεκινά με τις «συνθηκολογήσεις» Τσολάκογλου. Οι συνθηκολογήσεις ήταν 3 (και όχι μία όπως είναι ευρέως γνωστό)
Οι Γερμανοί
επιτέθηκαν στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου του 1941. Ο Τσολάκογλου ήταν διοικητής
του Γ΄ Σώματος Στρατού. στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα,
σε συνεννόηση με τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Παναγιώτη Δεμέστιχα, τον διοικητή του Β΄
Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Γεώργιο Μπάκο, και τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων
Σπυρίδωνα που ήταν ο κατ΄ εξοχήν φορέας και υποκινητής της δυσάρεστης αυτής
απόφασης, κατάργησε πραξικοπηματικά τον διοικητή Στρατιάς Ηπείρου Ιωάννη Πιτσίκα, ανέλαβε ο ίδιος διοικητής της
Στρατιάς και υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης
Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Γιόζεφ (Σεπ) Ντήτριχ
(Josef "Sepp" Dietrich), στο Βοτονόσι του Μετσόβου. Ο αρχηγός του Ελληνικού Στρατού, αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, σε τηλεγράφημά του προς το
Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, κατήγγειλε την πρωτοβουλία του Τσολάκογλου ως αντίθετη
προς τα συμφέροντα της πατρίδας, διέταξε την αντικατάσταση του Τσολάκογλου και
αγώνα «μέχρι εσχάτου ορίου δυνατοτήτων». Ήταν όμως ήδη αργά.
Την επόμενη
ημέρα (21 Απριλίου) στην Λάρισα, ο Τσολάκογλου, «υπό το κράτος βίας», υπέγραψε ως
διοικητής της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας την άνευ όρων παράδοση
του Ελληνικού Στρατού στους Γερμανούς. Εκ μέρους των Γερμανών, το πρωτόκολλο της παράδοσης συνυπέγραψε ο αρχηγός
των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, στρατηγός φον Γκράιφφενμπεργκ (von Greinffenberg).
Στις 23 Απριλίου, ο Τσολάκογλου αναγκάσθηκε να
υπογράψει στην Θεσσαλονίκη και τρίτο πρωτόκολλο με τον Γερμανό στρατηγό Άλφρεντ Γιοντλ (Alfred Jodl) και τον Ιταλό
στρατηγό Αλμπέρτο Φερρέρο (Alberto
Ferrero), για να ικανοποιηθεί και το γόητρο των Ιταλών. Την ίδια ημέρα ξεκίνησε και ο αεροπορικός βομβαρδισμός
του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και των γύρω της Αττικής λιμένων όπου και αναγκάσθηκε
η ελληνική κυβέρνηση και ο Βασιλεύς Γεώργιος να μετακινηθούν με υδροπλάνο στην
Κρήτη.
Με 2 απλά λόγια, ο Τσολάκογλου,
προχώρησε σε μία (3 για την ακρίβεια) συμφωνία για την οποία δεν είχε καμία
νόμιμη εξουσιοδότηση.
Ο Ίδιος, στα
απομνημομεύματά του αναφέρει, ότι η συμφωνία εξασφάλιζε τον μη σφαγιασμό των
Ελλήνων στρατιωτών και αξιωματικών, και πως εξασφαλίσθηκε να μην θεωρηθούν
αιχμάλωτοι πολέμου, - έτσι δεν βρέθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης- .
Αυτό είναι πέρα για πέρα αλήθεια.
Δυστυχώς η ιστορία δεν σταματάει εδώ. Ο Τσολάκογλου, διορίσθηκε πρωθυπουργός από τους Γερμανούς, και
σχημάτισε την πρώτη «κατοχική» κυβέρνηση. Ετσι, Στις 30 Απριλίου του 1941 και ώρα 11 το πρωί, ο
Τσολάκογλου, χωρίς την παρουσία του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, ο οποίος είχε
αρνηθεί να τον ορκίσει, πράγμα το οποίο ταυτόχρονα είχε απαγορεύσει και στους
υπόλοιπους αρχιερείς και ιερείς της Ελλάδας, με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα
είχε εθνική κυβέρνηση, την οποία είχε ορκίσει ο ίδιος, εννοώντας εκείνη που
βρισκόταν ακόμα σε ελληνικό έδαφος, στην Κρήτη, πριν μετακινηθεί ακόμα στη Μέση
Ανατολή ορκίσθηκε πρωθυπουργός, στα Παλαιά Ανάκτορα, (σημερινή Βουλή), από τον
πρωθιερέα του Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου Καρύτση Ν. Παπαδόπουλο, κατόπιν βεβαίως
αποδοχής των κατοχικών δυνάμεων παρουσία των ανωτάτων διοικητών των δυνάμεων
κατοχής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου του 1942, όταν με διάγγελμά
του προς τον ελληνικό λαό παραιτήθηκε ορίζοντας αντικαταστάτη του τον μέχρι
τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησής του, καθηγητή του πανεπιστημίου Κ.
Λογοθετόπουλο, χωρίς να αναμιχθεί έκτοτε στα κοινά.
Οι Βρετανοί στο μεταξύ έσπευσαν να τον καταγγείλουν ως Έλληνα Κουΐσλιγκ (The Times, 30/04/1941). Την ίδια ημέρα που ανακήρυξε επίσημα την Ελληνική Πολιτεία, εκπρόσωποι των δύο πολιτικών παρατάξεων (Βενιζελικοί, Λαϊκό Κόμμα), αναγνώρισαν την κυβέρνησή του ως «κυβέρνηση εθνικής ανάγκης» (Ελεύθερον Βήμα, 08/05/1941). Κατά την πρωθυπουργία του, αρχικά υποχρέωσε σε παραίτηση τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο προωθώντας στη θέση του τον μετέπειτα αντιβασιλέα Δαμασκηνό με σύμφωνη γνώμη και των κατοχικών δυνάμεων.
Οι Βρετανοί στο μεταξύ έσπευσαν να τον καταγγείλουν ως Έλληνα Κουΐσλιγκ (The Times, 30/04/1941). Την ίδια ημέρα που ανακήρυξε επίσημα την Ελληνική Πολιτεία, εκπρόσωποι των δύο πολιτικών παρατάξεων (Βενιζελικοί, Λαϊκό Κόμμα), αναγνώρισαν την κυβέρνησή του ως «κυβέρνηση εθνικής ανάγκης» (Ελεύθερον Βήμα, 08/05/1941). Κατά την πρωθυπουργία του, αρχικά υποχρέωσε σε παραίτηση τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο προωθώντας στη θέση του τον μετέπειτα αντιβασιλέα Δαμασκηνό με σύμφωνη γνώμη και των κατοχικών δυνάμεων.
Προσέξτε. Η επίσημη εκκλησία δεν τον ορκίζει. ……..Προσέξτε τα 2 βασικά και αντίθετα πολιτικά κόμματα, του δίνουν πολιτική νομιμοποίηση.!
Η διακυβέρνηση της χώρας, της
«Ελληνικής Πολιτείας» πλέον , γιατί το «Βασίλειον της Ελλάδος» έχει καταλυθεί ή
μάλλον υπάρχει με την κυβέρνησή του ,
την κυβέρνηση Τσουδερού, στην Αίγυπτο, έχει όλη την «τυπική νομιμοποίηση»,
που του την εξασφαλίζουν τα 2 βασικά και αντίπαλα μεγάλα πολιτικά κόμματα,
η εκκλησία και οι κατακτητές, με βάση μία συνθήκη, την οποία αυτός που την
υπογράφει δεν έχει καμία εξουσιοδότηση!
Η Ελληνική Πολιτεία, λειτουργεί
κανονικά.
Ολος ο Δημόσιος Τομέας, οι
Δημόσιες Υπηρεσίες, οι Δικαστικοί, οι Δημόσιοι Υπάλληλοι, υπακούουν στα
κελεύσματα της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου. Τελικά ο Τσολάκογλου
παραιτούμενος από το αξίωμά του, μετά από πολλές πιέσεις που του άσκησαν
εγγράφως οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί, μεταξύ των οποίων οι Καφαντάρης, Σοφούλης, Γονατάς, Μάξιμος, Πάγκαλος, ακόμη και ο Ράλλης, αλλά
και μετά από δύο ανεπιτυχείς γύρους διαπραγματεύσεων με τους Γερμανούς (Βερολίνο - Σεπτέμβριος 1942) και Ιταλούς (Ρώμη
- Οκτώβριος 1942), που αφορούσαν τα ελληνικά δημοσιονομικά, στη συνέχεια
ιδιώτευσε. Στην πρώτη αυτή κατοχική κυβέρνηση συμμετείχαν οι άλλοι δύο
αντιστράτηγοι της συνθηκολόγησης, Δεμέστιχας και Μπάκος, ο επόμενος κατοχικός
πρωθυπουργός (ιατρός) Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, που τελούσε
χρέη αντιπροέδρου, καθώς και ο τότε υπουργός οικονομικών Σωτήριος Γκοτζαμάνης που διατηρήθηκε στην
ίδια θέση από την επόμενη κυβέρνηση.
Δεν
λειτουργούσε μόνο η κρατική μηχανή. Οσες εφημερίδες δεν έκλεισαν από μόνες
τους, εκθείαζαν την κυβέρνηση, και με
πηχυαίους τίτλους εγκωμίαζαν τον μεγάλο άνδρα «Αδόλφο Χίτλερ». Κάποιες από
αυτές καταδικάσθηκαν ως δωσιλογικές μετα την κατοχή, και συνεχίζουν μέχρι τις
μέρες μας να εκδίδονται με άλλη (παραπλήσια) ονομασία.
Η Αντίσταση.
μας αρέσει
να ωραιοποιούμε την κατάσταση, και να λέμε ότι ο Ελληνικός Λαός αντιστάθηκε.
Δεν είναι έτσι. Με εξαίρεση την Κρήτη, ο Ελληνικός Λαός δεν αντιστάθηκε. Οι δυνάμεις κατοχής
Γερμανοί, Ιταλοί και Βούλγαροι, εγκαταστάθηκαν αναίμακτα στην χώρα.
Ειδικά για
τους Βούλγαρους, για τα αίσχη και την Γενοκτονία που εφήρμοσαν στην Μακεδονία
και την Θράκη, η μνήμη μας είναι πολύ κοντή. Η πρώτη μαζική εξέγερση του
ελληνικού λαού η οποία έλαβε καθαρά μαχητικό και επαναστατικό χαρακτήρα συνέβη
στην περιοχή της Δράμας, όπου η βουλγαρική κατοχική διοίκηση επιχειρούσε με μεθοδικότητα τον
εκβουλγαρισμό των κατοίκων. Ο πληθυσμός αντέδρασε στην προσπάθεια αφελληνισμού.
Στις 28 προς 29 Σεπτεμβρίου 1941 ο λαός της Δράμας και των γύρω χωριών
εξεγείρεται και καταλύει τις βουλγαρικές αρχές. Η αυθόρμητη αυτή εξέγερση,
καταπνίγεται από τους Βούλγαρους που εκτελούν ομαδικά 3.000 πατριώτες στην πόλη
της Δράμας και στο χωριό Δοξάτο.
Δημιουργούνται
ανταρτικές ομάδες, με δύο άξονες.
Ο πρώτος
είναι το ΚΚΕ, κόμμα το οποίο ευρίσκεται στην παρανομία πρίν από την κατοχή, και
ο δεύτερος άξονας, είναι η «συμμαχική κυβέρνηση» του Καίρου.
Έτσι έχουμε
το ΕΑΜ, την ΕΚΚΑ, την ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ, την ΕΟΚ (Κρήτη) και τον ΕΛΑΣ μετά που
οργανώνεται στα πρότυπα των Γιουγκοσλάβων Παρτιζάνων.
Αντίσταση
λοιπόν έχουμε , με 2 παραμέτρους.Α.με
την καθοδήγηση εντολή και εποπτεία από έναν συγκροτημένο μηχανισμό ( κόμμα, ή
κυβέρνηση) και Β. με χρηματοδότηση
από τον κρατικό κορβανά, ήτοι με τις λίρες των Αγγλων.Χωρίς αυτές τις 2
παραμέτρους, αντίσταση δεν μπορεί να υπάρξει.
Στο μεταξύ
στις 10 Μαρτίου 1944 το ΕΑΜ δημιουργεί την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής
Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), ένα είδος κυβέρνησης της ελεύθερης Ελλάδας. Η
ΠΕΕΑ καθορίζει ως αποστολή της α) να οργανώσει και να κατευθύνει τον εθνικό
αγώνα για την Απελευθέρωση, β) να διοικήσει τις μέχρι τότε ελεύθερες περιοχές
και γ) να εξασφαλίσει τη λαϊκή κυριαρχία σε ολόκληρη τη χώρα. Η ΠΕΕΑ
περιλάμβανε στους κόλπους της σημαντικό αριθμό μη κομμουνιστών και πρόεδρος
της, από τις 18 Απριλίου 1944 ήταν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Αθήνας Αλέξανδρος Σβώλος, διαπρεπής συνταγματολόγος.
Στο τέλος Απριλίου με πρωτοβουλία της ΠΕΕΑ πραγματοποιείται μια πρωτοφανής για
κατεχόμενη χώρα ενέργεια.
Η ΠΕΕΑ, ήταν
φυσικό επακόλουθο, της νίκης του Στάλινγκραντ(2/2/1943), της ολοκλήρωσης της απόβασης
στην Σικελία (17/8/1943) και της επικείμενης απόβασης στην Νορμανδία
(6/6/1944). Από την άλλη την μεριά, λειτούργησε και ως μία κολυμβήθρα του
Σιλωάμ, για κάποιους από τους συνεργασθέντες με το κατοχικό καθεστώς, ώστε να
αποδοθούν άμωμοι, αγνοί και αμόλυντοι, στην Ελληνική κοινωνία, μια κοινωνία που
έχει θρηνήσει εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς από την πείνα και τις αρρώστιες.
Η ΠΕΕΑ, ήταν
δημιούργημα του ΚΚΕ , για την ανάληψη της εξουσίας από αυτό, και της
συνεργασίας και αποδοχής και χρηματοδότησης των Αγγλων.
Αντιστασιακές
οργανώσεις υπήρξαν. Αναφέρω κάποιες από αυτές ενδεικτικά.
Ιερά Ταξιαρχία, Όμηρος, Κόδρος, Προμηθεύς, Μίδας 614.Στην
ουσία η κύρια δουλειά τους ήταν, η συλλογή πληροφοριών για τους συμμάχους.
Στην Μέση
Ανατολή , έχει συγκροτηθεί ελληνικός στρατός, είτε από Έλληνες που έχουν
διαφύγει από την Ελλάδα, είτε από Έλληνες ομογενείς. Μάχεται στο πλευρό των
συμμάχων.
Μετά την
κατοχή ακολούθησε ο εμφύλιος. Δεν θα ασχοληθούμε με αυτόν αυτή την στιγμή.
Ακολούθησαν δίκες δοσιλόγων με
την κατηγορία της εθνικής αναξιότητας.
Γενικά ο
όρος Εθνική αναξιότης (ή "εθνική αναξιότητα") αφορά
συμπεριφορά πολίτη μιας χώρας που στρέφεται ενάντια της πατρίδας του, της
εθνικής αξιοπρέπειας ή θίγει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αυτή. Ειδικότερα όμως αυτός
ο όρος για τα ελληνικά δεδομένα απετέλεσε "ιδιότυπο αδίκημα" που
προσδιορίστηκε με Συντακτική Πράξη του 1945 με την οποία
επιβάλλονταν ποινικές κυρώσεις στους συνεργασθέντες με τον εχθρό.
Αμέσως μετά
την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1944, η Ελληνική ελεύθερη πλέον Πολιτεία μεταξύ των πολλαπλών
και ποικίλλων προβλημάτων που αντιμετώπισε τότε, ήταν και το ζήτημα του
κολασμού όλων εκείνων των ανάξιων Ελλήνων που κατά τη διάρκεια της κατοχής της
Ελλάδος από τους Ιταλούς Γερμανούς και Βουλγάρους, είτε ετέθησαν στις υπηρεσίες
των κατακτητών γενόμενοι όργανά τους, διευκολύνοντας έτσι τους κατακτητές στο
ολέθριο κατά της Χώρας έργο τους, είτε ακόμη χειρότερα με τις ενέργειές τους
και τη συμπεριφορά τους έθιξαν την εθνική αξιοπρέπεια, καθιστάμενοι ανάξιοι της
ελληνικής πατρίδος.
Έτσι διαμορφώθηκε το ιδιότυπο αδίκημα της εθνικής αναξιότητας προκειμένου να δοθεί στις επερχόμενες γενεές το παράδειγμα ότι δεν μπορεί κανείς να μένει ατιμώρητος όταν προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εχθρό της Πατρίδας του, αλλά και ακόμη περισσότερο προς φρονηματισμό και υπόδειξη του εθνικού τους καθήκοντος σε στιγμές δοκιμασίας.
Επί τούτου, η πρώτη ενέργεια της ελεύθερης επί ελληνικού εδάφους κυβερνητικής εξουσίας ήταν η ψήφιση της με αριθμό 1 Συντακτικής Πράξης της 6ης Νοεμβρίου 1944 με την οποία επιβάλλονταν ποινικές κυρώσεις στους συνεργασθέντες με τον εχθρό. Επειδή όμως αυτή η Πράξη ήταν πολύ γενικόλογη με κίνδυνο δημιουργίας σχετικού χάους αντικαταστάθηκε δύο μήνες αργότερα με την 6η Συντακτική Πράξη του Ιανουαρίου 1945 μετά την οποία όμως εκδόθηκε ο Α.Ν. 5333/1945 με τον οποίο τροποποιήθηκε συμπληρώθηκε και κωδικοποιήθηκε η παραπάνω πράξη, όπως και αυτή τελικά τροποποιήθηκε με την με αρθμ. 12 του 1945 Συνταγματική Πράξη και των νόμων 217, 271, 295 και 332 του 1945 με τους οποίους και προσδιορίζονταν επακριβώς τα στοιχεία εκείνα τα οποία και συγκροτούσαν την υπόσταση των εγκλημάτων συνεργασίας με τον εχθρό και της εθνικής αναξιότητας καθώς και τον τρόπο κολασμού αλλά και την έκταση των ποινών.
Έτσι διαμορφώθηκε το ιδιότυπο αδίκημα της εθνικής αναξιότητας προκειμένου να δοθεί στις επερχόμενες γενεές το παράδειγμα ότι δεν μπορεί κανείς να μένει ατιμώρητος όταν προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εχθρό της Πατρίδας του, αλλά και ακόμη περισσότερο προς φρονηματισμό και υπόδειξη του εθνικού τους καθήκοντος σε στιγμές δοκιμασίας.
Επί τούτου, η πρώτη ενέργεια της ελεύθερης επί ελληνικού εδάφους κυβερνητικής εξουσίας ήταν η ψήφιση της με αριθμό 1 Συντακτικής Πράξης της 6ης Νοεμβρίου 1944 με την οποία επιβάλλονταν ποινικές κυρώσεις στους συνεργασθέντες με τον εχθρό. Επειδή όμως αυτή η Πράξη ήταν πολύ γενικόλογη με κίνδυνο δημιουργίας σχετικού χάους αντικαταστάθηκε δύο μήνες αργότερα με την 6η Συντακτική Πράξη του Ιανουαρίου 1945 μετά την οποία όμως εκδόθηκε ο Α.Ν. 5333/1945 με τον οποίο τροποποιήθηκε συμπληρώθηκε και κωδικοποιήθηκε η παραπάνω πράξη, όπως και αυτή τελικά τροποποιήθηκε με την με αρθμ. 12 του 1945 Συνταγματική Πράξη και των νόμων 217, 271, 295 και 332 του 1945 με τους οποίους και προσδιορίζονταν επακριβώς τα στοιχεία εκείνα τα οποία και συγκροτούσαν την υπόσταση των εγκλημάτων συνεργασίας με τον εχθρό και της εθνικής αναξιότητας καθώς και τον τρόπο κολασμού αλλά και την έκταση των ποινών.
Σύμφωνα με
το 2ο νομοθέτημα διώκονταν και τιμωρούνταν:
1.
Όσοι
διαρκούσης ξένης κατοχής ανέλαβαν σχηματισμό Κυβέρνησης, (δηλαδή πρωθυπουργοί)
με την συγκατάθεση των εχθρών της πατρίδος.
2.
Όσοι
διατέλεσαν κατά παραπάνω περίοδο Υπουργοί και υφυπουργοί, (δηλαδή των κατοχικών
κυβερνήσεων).
3.
Όσοι κατέχοντες
δημόσια θέση, (δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί) έγιναν συνειδητά όργανα του
εχθρού ή διευκόλυναν το έργο του.
4.
Όσοι
ανέλαβαν υπηρεσία πλησίον αρχών κατοχής και ενήργησαν κατά τρόπο πιεστικό για
τον λαό.
5.
Όσοι έγιναν
συνειδητά όργανα του εχθρού προς διάδοση της προπαγάνδας αυτού.
6.
Όσοι
κατέδωσαν στον εχθρό Έλληνες ή συμμάχους, εργαζόμενους χάριν του εθνικού ή
συμμαχικού αγώνα και βοήθησαν στην ανακάλυψη και σύλληψη αυτών.
7.
Όσοι
προέβησαν σε πράξεις βίας συμπράττοντας ή όχι μετά των οργάνων κατοχής κατά
Ελλήνων ένεκα δράσης αυτών κατά του εχθρού.
8.
Όσοι
παρέσχον στον εχθρό συστηματικά πληροφορίες περί των κινήσεων και των
εργαζομένων για τον εθνικό ή συμμαχικό αγώνα.
9.
Όσοι
παρεμπόδισαν ελληνική ή συμμαχική ενέργεια.
10.
Όσοι
διετέλεσαν αρχηγοί ή οδηγοί κινήσεων κατά της ακεραιότητας της χώρας.
11.
Όσοι δια της
οικονομικής τους συνεργασίας με τον εχθρό προκάλεσαν ζημιές στον ελληνικό λαό,
ή σε Έλληνες πολίτες, ή σε πολίτες συμμάχων χωρών, ή υποβοήθησαν την πολιτική
του εχθρού προσπάθεια, ή αποκόμισαν εξ αυτού οικονομικά οφέλη.
12.
Έτι δε, όσοι
συνεργάσθηκαν με τον εχθρό κατά τρόπο ανάξιο Έλληνος πολίτη και έθιξαν την
εθνική αξιοπρέπεια, διευκολύνοντας το έργο των αρχών κατοχής.
Όπως
διαμορφώθηκε ο νόμος επιβαλλόμενες ποινές για τα παραπάνω αδικήματα ορίσθηκαν
ανάλογα της ιδιότητας ή της θέσης την οποία κατείχαν οι ένοχοι, ή εκ των
αποτελεσμάτων των πράξεων των ενόχων, με την ποινή του θανάτου, ή ισόβια, ή
πρόσκαιρα δεσμά, καθώς και με ειρκτή αν συνέτρεχαν ελαφρυντικοί λόγοι, ή ακόμα
και απέλαση των καταδικασμένων εκτός ορίων επικράτειας. Επίσης
δόθηκε στις δικαστικές αρχές το δικαίωμα επιβολής της ολικής ή μερικής δήμευσης
της περιουσίας των καταδικασθέντων χωρίς καμία μέριμνα για την περαιτέρω
επιβίωση των οικογενειών τους.
Τα ειδικά δικαστήρια που συγκροτήθηκαν και
επελήφθησαν την εκδίκαση αυτού του ιδιότυπου αδικήματος κατά δημώδη έκφραση
αποκλήθηκαν Δικαστήρια δωσιλόγων, οι δε ένοχοι δωσίλογοι. Αυτά
συγκροτήθηκαν από ένα εφέτη ως πρόεδρο, εκ δύο άλλων εφετών ή πρωτοδικών, από
τον επίτροπο, καθώς και από δύο πολίτες ως μέλη και τον γραμματέα. Όσα δε
τέτοια δικαστήρια συγκροτήθηκαν εκτός έδρας Εφετείων, τους εφέτες
αντικατέστησαν πρωτοδίκες.
Αλλά και η
διαδικασία που ακολουθήθηκε είχε περίεργη σχέση ως προς το δικονομικό δίκαιο.
Συγκεκριμένα κατά των αποφάσεων των ειδικών αυτών δικαστηρίων δεν επιτράπηκε η
άσκηση ένδικων μέσων. Τέθηκαν διάφοροι περιορισμοί όπως στον αριθμό των
συνηγόρων, μέχρι τρεις, καθώς και ο χρόνος της αγόρευσης εκάστου. Επίσης είχε
περιοριστεί μέχρι δέκα ο αριθμός των μαρτύρων υπεράσπισης σε αντίθεση με τον
αριθμό μαρτύρων κατηγορίας, άνευ περιορισμού. Τέλος, ειδικά σ΄ αυτά τα
δικαστήρια αποκλείστηκε η περίπτωση απόλυσης με εγγύηση, καθώς και η ανακοπή
βουλευμάτων του συμβουλίου των δικαστηρίων.
Συνοψίζοντας λοιπόν την όλη
ιστορία έχουμε.
Την υπογραφή συμφωνιών χωρίς να
υπάρχει εξουσιοδότηση γι αυτό.
Τον σχηματισμό κυβερνήσεων, με
την «νομιμοποίηση» από τα υπάρχοντα κόμματα.
Την λειτουργία όλου του
κυβερνητικού οργανισμού- Δημόσιου τομέα
Την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας
σε ξένες χώρες (π.χ. Βουλγαρία)
Την διάλυση του Στρατού.
Την παραίτηση κυβερνήσεων μετά
από ανεπιτυχείς προσπάθειες διαπραγματεύσεων για το δημοσιονομικό πρόβλημα της
χώρας.
Την αντίσταση εκπορευόμενη, και
καθοδηγούμενη από το εξωτερικό, και από
κομματικούς σχηματισμούς που εκινούντο στα όρια της παρανομίας.
Την «κάθαρση», μετά όλα αυτά, με «ανορθόδοξο» δικονομικό τρόπο.
Απλά συνοψίζοντας, την Ιστορία
την γράφουν οι νικητές. Οι νικητές της περιόδου της κατοχής ήταν οι «σύμμαχοι»,
οι οποίοι εφάρμοσαν την ισχύ τους έστω και με «ανορθόδοξο» δικονομικό τρόπο. Η
όποια νομιμότητα, ή νομιμοποίηση, οποιασδήποτε απόφασης, κατά το παρελθόν το
κατοχικό, αποδείχθηκε εκ της πράγμασι, τελείως άκαιρη και «σκόρπια». ……δυστυχώς
……ή ….ευτυχώς.