Η δασκάλα μου στο Δημοτικό ,
πολλά χρόνια πρίν ήταν η κ. Ευτέρπη.
Η κ. Ευτέρπη είχε τελειώσει μία παιδαγωγική ακαδημία, διετούς φοίτησης, και όχι πανεπιστήμιο Τετραετούς. Ερχόταν στο σχολείο φορώντας ταγιέρ, και όχι ξώπλατο, ξώβυζο, ή ξέκωλο. Φορούσε καλσόν χοντρό, δεν είχε κάνει αποτρίχωση.Δεν ξέρω αν φορούσε κυλόττα, πάντως μωβ στρινγκ, δεν είχα δεί να εξέχει πάνω από το παντελόνι της. Διακοπές δεν πήγαινε, στην Μύκονο. Δεν διάβαζε γυναικεία περιοδικά, δεν φορούσε φακούς επαφής με χρώμα για να τις αλλάζει το χρώμα των ματιών, δεν έβαφε τα μαλλιά της ξανθά, ροδακινιά, ή γαλαζομπορντωπρασινοκόκκινα.
Από την κ. Ευτέρπη, τις έχω «φάει» 4 φορές.
1η. φορά.
Μου είχε φέρει η νονά μου, ένα μολύβι μεγάλο τεράστιο σαν μαγκουρίτσα. Στο σχολείο απαγορεύονταν αυτά. Εγώ επειδή μία μέρα δεν «εύρισκα γιατί είχα χάσει», το «κανονικό», πήγα στο σχολείο με την «μαγκουρίτσα».
Μια μέρα με είδε.
Την άλλη μέρα, είδαμε την κυρα-Παναγιώτα να έρχεται στο σχολείο…… ωχ !!!!
Χτύπησε το κουδούνι , κάναμε προσευχή, σηκώσαμε την σημαία, και μπήκαμε στην τάξη.
Η Αννούλα είναι πιά 55 χρονών. Το ίδιο ο Γιώργος, το ίδιο ο Γιάννης, το ίδιο ο Κώστας, το ίδιο και εγώ. Ολοι μας έχουμε παιδιά , και η Αννα έχει και εγγόνια. Από την παλιά μου την γειτονιά, δεν περνάω πιά. Όποτε πέρναγα κτύπαγα το κουδούνι κάποιου παλιού συμμαθητή.
Και
συνεχίζω να δακρύζω όσο την θυμάμαι.
Η κ. Ευτέρπη είχε τελειώσει μία παιδαγωγική ακαδημία, διετούς φοίτησης, και όχι πανεπιστήμιο Τετραετούς. Ερχόταν στο σχολείο φορώντας ταγιέρ, και όχι ξώπλατο, ξώβυζο, ή ξέκωλο. Φορούσε καλσόν χοντρό, δεν είχε κάνει αποτρίχωση.Δεν ξέρω αν φορούσε κυλόττα, πάντως μωβ στρινγκ, δεν είχα δεί να εξέχει πάνω από το παντελόνι της. Διακοπές δεν πήγαινε, στην Μύκονο. Δεν διάβαζε γυναικεία περιοδικά, δεν φορούσε φακούς επαφής με χρώμα για να τις αλλάζει το χρώμα των ματιών, δεν έβαφε τα μαλλιά της ξανθά, ροδακινιά, ή γαλαζομπορντωπρασινοκόκκινα.
Η κ.Ευτέρπη, έδερνε τα
παιδιά. Έριχνε σφαλιάρες άγριες, που κουδουνίζανε τα αυτιά σου, και με ένα
κλαδί μουριάς, «λιάνιζε» τα μικρά μας χεράκια.
Από την κ. Ευτέρπη, τις έχω «φάει» 4 φορές.
1η. φορά.
Μου είχε φέρει η νονά μου, ένα μολύβι μεγάλο τεράστιο σαν μαγκουρίτσα. Στο σχολείο απαγορεύονταν αυτά. Εγώ επειδή μία μέρα δεν «εύρισκα γιατί είχα χάσει», το «κανονικό», πήγα στο σχολείο με την «μαγκουρίτσα».
-
σήκω πάνω εσύ μου
είπε, και έλα στην έδρα.
-
Σηκώθηκα και
πήγα. Δεν μου λές, …..εσύ τι παριστάνεις εδώ μέσα; …τον πλούσιο και τον λεφτά;
….μου θέλεις και να μου ξεχωρίζεις, όταν οι άλλοι δεν έχουν να φάνε;
-
Φραααπ,
……φρούπ, δύο χαστούκια.
2η φορά.
Έκανε φασαρία ο Γιαννάκης,
την ώρα που η κ. Ευτέρπη έγραφε με την κιμωλία στον πίνακα, με την πλάτη
γυρισμένη στην τάξη.
-
ποιος κάνει
φασαρία; ρώτησε η κ. Ευτέρπη.
-
Ο Γιαννάκηθ κυρία
, είπα εγώ.
-
Σήκω πάνω εσύ μου
είπε, και έλα στην έδρα.
-
Σηκώθηκα και
πήγα. Άκου να δείς μου είπε, «ρουφιάνους» εγώ από τα χέρια μου δεν θα βγάλω.
Σήκω πάνω Γιαννάκη. Σηκώθηκε ο Γιαννάκης, και φρααπ,… φρούπ …. Δύο χαστούκια.
Αυτό Γιαννάκη γιατί έκανες φασαρία. Και
μετά φραααπ…..φρουπ…. άλλα δύο
χαστούκια. Αυτό Γιαννάκη…. Γιατί δεν είπες ότι εσύ έκανες την φασαρία……
-
Έλα μου εδώ και
εσύ ….λεβεντόπαιδο. φρααπ….φρουπππ….φραππ….φρουππ…..φραπππ….φρουπ. ….Αυτα για
να μάθεις να μην είσαι ….ρουφιάνος.
3η φορά.
Μου
έβαζε η μάνα μου σάντουιτς, με τυριά και σαλάμια. Εποχές του 1970 ήτανε.
Καθόμουνα σαδιστικά, και έτρωγα, το σάντουιτς στο διάλειμμα, αφήνοντας, τους
άλλους τους πεινασμένους , να με κοιτάνε με τα μάτια γουρλωμένα και να τους
τρέχουν τα σάλια. Αφού έτρωγα το μισό, το άλλο μισό το πέταγα επιδεικτικά στα
σκουπίδια, αφού πρώτα πέταγα και την λαδόκολλα που το προστάτευε.Μια μέρα με είδε.
-
γιατί το πέταξες;
με ρώτησε.
-
Δεν πεινάω άλλο
κυρία της είπα.
-
Και αφού σου
περίσσευε ρε, …..γιατί δεν το μοιράστηκες με άλλους;
-
…….
-
Πάρτο ρε ….από τα
σκουπίδια και φάτο τώρα……
-
Δεν πεινάω άλλο
κυρία……
-
Πάρτο ρε …… και
φάτο, γιατί αλλοίμονό σου.
-
……. Δεν πεινάω
κυρία, …..και άρχισα να δακρύζω.
-
…..καλά……
Χτύπησε
το κουδούνι, μπήκαμε στην τάξη.
-
σήκω πάνω και έλα
στην έδρα.
-
Φρααπ…..φρουππ…..
αυτά γιατί μου έβαλες τα κλάματα…..πάρε νάχεις, για να έχεις και να κλαίς
δικαιολογημένα……βρωμόπαιδο…..
-
Φρααπ…..φρουπππ….
αυτά για να μάθεις, ….ότι άμα σου περισσεύει κάτι και δεν το θές, το μοιράζεσαι
με αυτούς που το έχουν ανάγκη.
4η φορά.
Οκτωβρης
–Νοέμβρης. Έχουν αρχίσει τα πορτοκάλια και τα μανταρίνια, να κιτρινίζουν πάνω
στα δέντρα. Σχόλασμα. Φεύγουμε σαν τα ποντίκια από το σχολείο, για να πάμε στην
γειτονιά μας όλα τα γειτονόπουλα. Περνάμε έξω από τον μπαξέ της κυρά-Παναγιώτας
της Χήρας. Ο Γιωργάκηθ, ρίχνει την ιδέα.
Πάμε να κόψουμε μανταρίνια. Μπαίνουμε μέσα, Εγώ , ο Γιωργάκηθ, ο Γιαννάκηθ
(είχαμε γίνει κολλητοί πιά) ή Αννούλα, και ο Κωθτάκηθ. Την ρημάξαμε την
μανταρινιά. Φάγαμε ότι φάγαμε, και μετά αρχίσαμε τον μανταρινοπόλεμο.Την άλλη μέρα, είδαμε την κυρα-Παναγιώτα να έρχεται στο σχολείο…… ωχ !!!!
Χτύπησε το κουδούνι , κάναμε προσευχή, σηκώσαμε την σημαία, και μπήκαμε στην τάξη.
-
χθές μία
συμμορία, μπήκε στον μπαξέ της κυρά Παναγιώτας και έκλεψε μανταρίνια.
-
……..μούγκα…..σιωπή……
-
Όσοι ήταν , να
σηκωθούνε στην έδρα…….
-
Σηκωθήκαμε………
ασυζητητί……………
-
…..χέρια
!!!...........
-
Απλώσαμε τα χέρια
μας……
-
Χραπ, χρουπ,
χραπ, χρουπ, χραπ, χρουπ, …..έπεφτε η βέργα στα χέρια μας.
-
Μην μου κλάψει
κανείς…….. είπε…….
-
……..Που να
κλάψεις….. θα έτρωγες κι άλλες άμα έκλαιγες.
-
Ποιος ήταν ο
αρχηγός ; ρώτησε η κ. Ευτέρπη.
-
…..Εγω κυρία…..
είπε ο Γιωργάκης, με δαγκωμένο το στόμα, για να μην κλάψει από τον πόνο.
-
Χραπ….χρουπ….χράπ….χρούπ
…..στον Γιωργάκη.
-
…..για να μάθετε
ρε σεις ….να μην είσαστε πρόβατα…… είπε και στους υπόλοιπους……
χραπ….χρουπ….χραπ….χρούπ…..και στους υπόλοιπους
-
Ελα εδώ και εσύ
Αννούλα, που αντί να «μαζέψεις» τα αγόρια…… μου είσουν πρώτη και καλύτερη………..
-
Τα χέρια της
Αννούλας ήτανε πρισμένα από τις ξυλιές……. Πονάω κυρία…. Είπε η
Αννούλα…….πονάω……
-
Πονάς
βρωμοθήλυκο…… πονάς…. Δεν σεβάστηκες μωρή βρωμιάρα , την κατάσταση της χήρας; ….από
την χήρα, βρήκατε να κλέψετε;
-
Αύριο παλιόπαιδα,
θα έρθουν οι γονείς σας στο σχολείο……
Ω
ρε γλέντια !! τι έκανες ρώτησε η μάνα μου….. τι έκανες; …….ω ρε ξύλο !!! ω ρε
σφαλιάρες !!! ώ ρε χτυπήματα με την παντόφλα !!!
Τα
έμαθε και ο πατέρας μου. Πήγε στο σχολείο, ……… και είπε στην κυρία Ευτέρπη
….μπροστά μου……. Μόνο τα κόκαλα μην του σπάσεις κυρά-Δασκάλα. Από μένα έχεις το
ελεύθερο. ……..Μόνο τα κόκκαλα…….
Η Αννούλα είναι πιά 55 χρονών. Το ίδιο ο Γιώργος, το ίδιο ο Γιάννης, το ίδιο ο Κώστας, το ίδιο και εγώ. Ολοι μας έχουμε παιδιά , και η Αννα έχει και εγγόνια. Από την παλιά μου την γειτονιά, δεν περνάω πιά. Όποτε πέρναγα κτύπαγα το κουδούνι κάποιου παλιού συμμαθητή.
Η
κυρία, έχει συγχωρεθεί πιά. Δεν ξέρω τι αμαρτίες μπορεί να είχε κάνει στην ζωή
της , ……δεν έμαθα. …..εχει συγχωρεθεί……..
Πάντως μεγαλώνοντας ούτε μανταρίνι, ούτε
σύκο, ούτε τίποτε άλλο, δεν έκοψα από ξένο μπαξέ.
Προσπάθησα στην ζωή μου να μην είμαι
ρουφιάνος, να μην προκαλώ τους γύρω μου, να μην δείχνω ούτε το έχει μου, ούτε
το πώς μου.
Εμαθα
να συμπονώ τους άλλους, όσο και αν μου είναι πραγματικά δύσκολο κάποιες φορές.
Ήθελα και θέλω πολλές φορές να κλάψω μα δεν
μπορώ.
Δάκρυζα μόνο, όταν έβλεπα τις δασκάλες των παιδιών μου στο Δημοτικό, με
τα ξέκωλα , τα ξώβυζα και το μπεζ στρίνγκ , και θυμόμουνα την κα Ευτέρπη.
Ας
είσαι καλά ΚΥΡΙΑ εκεί που είσαι. Ας
είσαι καλά.