Νομικός
δεν είμαι. Ελάχιστα γνωρίζω. Ότι σχέση έχω, είναι από λίγα μαθήματα στην Σχολή
και από την καθημερινότητά μου.
Θα σας παραθέσω μετά μία σειρά από «εκλαικευμένα» άρθρα από την wikipedia.
Περίπτωση 3η. Η αθωότητα Παπακωνσταντίνου. Στον τέως υπουργό προσάπτονται κατηγορίες. Ο τέως Υπουργός είναι αθώος, και για τον παραπάνω λόγο , πως δεν του έχουν απαγγελθεί καν κατηγορίες.
Περίπτωση 4η. οι περιπτώσεις Σαμαρά, Παπανδρέου κ.ο.κ. η υποβολή μίας μήνυσης, από τον οποιονδήποτε, προς τον οποιονδήποτε δεν τον καθιστά αυτομάτως ούτε ένοχο, ούτε κατηγορούμενο, ούτε υπόδικο, …..ουτε….ουτε…ουτε.
Περίπτωση 5η. Η περίπτωση Χρυσής Αυγής. Από πού και ως που, είναι ένοχοι, βουλευτές, τα στελέχη και εγώ δεν ξέρω τι;
Περίπτωση 6η. η περίπτωση της «μικρής Μαρίας». Από πού και ως πού, οι «γονείς», είναι ένοχοι;
Αρχές
Ιστορία
Άσκηση Δίωξης
Διαδικασία του Αυτοφώρου
Ανάκριση
Συμβούλιο
Εξαιρέσεις
Διαδικασία
Σκοπός και προϋποθέσεις
Διάρκεια
Προβλήματα και κριτική
Έχουμε
μπλέξει 2 πράγματα. Το ένα είναι αυτό που μας βολεύει και μας αρέσει και αυτό
που μας ικανοποιεί, ……… και το άλλο είναι η δικαιοσύνη, και η τήρηση κανόνων
δικαίου, που πρέπει να έχει μία κοινωνία.
Θα σας παραθέσω μετά μία σειρά από «εκλαικευμένα» άρθρα από την wikipedia.
Ας πιάσουμε πολύ πρόσφατα
παραδείγματα.
Περίπτωση 1η. Η αθωότητα
Παπαγεωργόπουλου. Ο Τέως δήμαρχος
Θεσσαλονίκης, έχει καταδικασθεί σε ισόβια, από πρώτο βαθμό, για εγκλήματα σε
βάρος του Δήμου Θεσσαλονίκης. Ο κ. Παπαγεωργόπουλος είναι αθώος μέχρι να
τελεσιδικήσει η απόφαση στον τρίτο βαθμό.
Περίπτωση 2η. Η αθωότητα
Τσοχατζόπουλου. Ο τέως Υπουργός είναι
αθώος για τον ίδιο λόγο.Περίπτωση 3η. Η αθωότητα Παπακωνσταντίνου. Στον τέως υπουργό προσάπτονται κατηγορίες. Ο τέως Υπουργός είναι αθώος, και για τον παραπάνω λόγο , πως δεν του έχουν απαγγελθεί καν κατηγορίες.
Περίπτωση 4η. οι περιπτώσεις Σαμαρά, Παπανδρέου κ.ο.κ. η υποβολή μίας μήνυσης, από τον οποιονδήποτε, προς τον οποιονδήποτε δεν τον καθιστά αυτομάτως ούτε ένοχο, ούτε κατηγορούμενο, ούτε υπόδικο, …..ουτε….ουτε…ουτε.
Περίπτωση 5η. Η περίπτωση Χρυσής Αυγής. Από πού και ως που, είναι ένοχοι, βουλευτές, τα στελέχη και εγώ δεν ξέρω τι;
Περίπτωση 6η. η περίπτωση της «μικρής Μαρίας». Από πού και ως πού, οι «γονείς», είναι ένοχοι;
Ας
κάνουμε μία μικρή ανακεφαλαίωση, από το τέλος προς την αρχή.
Τους
«ρομά», δεν τους συμπαθεί, ουδείς ή σχεδόν κανείς από τους «γκατζέ» ή «μπαλαμός». Οι «ρομά», αποτελούν
«πρόβλημα» για πολλούς.. Σε όλη την Ευρώπη , όπως: Στην Γαλλία τους διώχνουν, δίνοντας 1.000 το
κεφάλι για να φύγουν οικειοθελώς. Στην Σλοβακία, φτειάχνουν νόμο, για
«εθελοντική στείρωση και χρηματικό ποσό» σαν κίνητρο. Στην Ιταλία τους
διώχνουν. Στην Ελλάδα, οι «ρομά», η πλειοψηφία τους ή μία μεγάλη μειοψηφία από
αυτούς, έχουν παραβατική συμπεριφορά.
«Ξεζουμίζουν», το σύστημα υγείας, το σύστημα πρόνοιας, και εγώ δεν ξέρω τι
άλλο. Οι «ρομά» είναι ένα πρόβλημα. …… και λοιπόν ; …..και εμένα δεν μου
αρέσουν……. Και λοιπόν;…… δεν πρέπει να ισχύσει γι αυτούς, όπως και για τον
καθένα μας το «τεκμήριο αθωότητας»; ……γιατί ; ….μήπως γιατί «αυτοί» είναι λίγοι…… και «εμείς» οι πολλοί ;
Τους
χρυσαυγίτες , δεν τους συμπαθούν πολλοί. Άντε να είναι οι «συμπαθούντες» μαζί
με τους «ανέχοντες» ένα 20%, έναντι του 80% που τους είναι αντιπαθείς. Και
λοιπόν; Από πού και ως πού, επειδή
ασκήθηκε μία δίωξη, στις «πράξεις τους» από «μάρτυρες» χ, ψ, ω, ( που μπορεί να
είναι καθ όλα αξιόπιστοι) θα κριθούν ως
ένοχοι; Aπό που και ως που ……. Η βουλή ψηφίζει νόμο, για την
αναστολή χρηματοδότησης, επειδή, έχουν απαγγελθεί κατηγορίες….. και λοιπόν; ….H απαγγελία κατηγορίας αρκεί , ……. Όταν εκ τεκμηρίου
είναι αθώοι……για να ψηφισθεί νόμος, ……από την «πλειοψηφία» …… που να τους
στερεί το δικαίωμα της χρηματοδότησης; Από πού και ως πού τα «κανάλια», έχουν
πρόσβαση σε «απόρρητα» στοιχεία της προανάκρισης; Από πού και ως πού, ονόματα,
φωτογραφίες κλπ, βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας; …όταν για άλλους
κατηγορουμένους, που έχουν διαπράξει και ομολογήσει …..ειδεχθή..εγκλήματα…..
υπάρχει η προστασία των …..δικαιωμάτων τους και της προσωπικότητάς τους;
Τον
κ. Παπανδρέου, δεν τον συμπαθούν πολλοί, ίσως και να τον συμπαθούν ελάχιστοι……
ο.κ. ….είναι αυτός που εξαπάτησε τους ψηφοφόρους, …. Είναι αυτός
που έβαλε την χώρα στο μνημόνιο……. Είναι ο «πείξος» ….ο «δείξος» ….και δεν
συμμαζεύεται. …….. Και λοιπόν; ……
Το
ίδιο συμβαίνει και με τους υπόλοιπους πολιτικούς, ….ή με τα υπόλοιπα δημόσια
πρόσωπα. ……..Και λοιπόν; ………
Δηλαδή
……. Συγγνώμη…….. αλλά σε τι διαφέρουμε από τον Χίτλερ, ……… όταν «κυνηγάμε» τους
«ρομά»; ……. Τουλάχιστον ο Χίτλερ ήταν και
έντιμος……. Δεν μιλούσε για το «τεκμήριο της αθωότητας».
Δηλαδή
…..Συγγνώμη…… αλλά σε τι διαφέρουν οι «αντίπαλοι» του Μιχαλολιάκου , όταν τον
κατηγορούν για «ολοκληρωτική και αντιδημοκρατική νοοτροπία»; …… σε τι διαφέρουν
από αυτόν, όταν εφαρμόζουν πρακτικές …. Ολοκληρωτισμού; Επειδή δηλαδή είναι στο
20%, και απέναντί του έχει το 80% ; ….. και λοιπόν;……… και ποιος θα είναι αυτός
ο καλόπιστος, που θα δεχθεί ……στην συγκεκριμένη δίκη, μαρτυρίες «του μάρτυρα χ»
έγγραφες, και όχι με προσωπική εμφάνιση και με προφορική εξέταση στο
δικαστήριο, σε δημόσια συνεδρίαση, όπως ορίζουν οι κανόνες για τις ποινικές
δίκες;
Και
εντάξει . Οι πολιτικοί , κατηγορούνται για «κακοδιαχείριση» της εξουσίας που
είχαν. …..Μάλιστα…….. εμείς, εσείς, όλοι μας, όλοι σας, ……. Δεν
«κακοδιαχειρίζεσθε» ……την εξουσία που έχετε, όταν την χρησιμοποιείτε- χρησιμοποιούμε, για
να «τσακίσουμε»…… ότι δεν μας …… αρέσει;
Γιατί σαν ψηφοφόρος, η εξουσία σου φίλε
μου, σταματά την στιγμή που ασκείς (ή που ασκώ) το εκλογικό σου( μου)δικαίωμα.
Σαν πολίτης, η εξουσία μου σταματά την
στιγμή που υποβάλλω την μήνυση.
Σαν άνθρωπος, ασκώ το δικαίωμά μου στην
κριτική, ή στην εκφορά των σκέψεών μου και των προβληματισμών μου.
Σας παραθέτω από copy από την wikipedia 3 λήμματα
1.
ποινική δικονομία
2.
ποινική προδικασία
3.
προφυλάκιση
και
τελειώνοντας, τις σκέψεις μου…… επιτρέψτε μου. Το ότι δεν μου αρέσει, ο
Παπαγεωργόπουλος , ο Τσοχατζόπουλος, ο Παπακωνσταντίνου , ο Μιχαλολιάκος , ο
Παπανδρέου, ο Σαμαράς, οι «ρομά»,…….. ή ο Τσίπρας, ο Κουτσούμπας, ο Καμμένος, ο
Πάχτας, ..ο….ο….η…η…. δεν με δικαιώνει και δεν μου δίνει κανένα δικαίωμα, πολίτης
ών, σε «ευνομούμενη πολιτεία», να συμπεριφέρομαι σαν «κανίβαλος» , και με το
προπέτασμα της δικαιοσύνης και του δικαίου, να επικαλούμαι την …..δικαιοσύνη
και την νομιμότητα……. Τουλάχιστον, ο Χίτλερ… ήταν ….ειλικρινής..
το
«σύστημα» που έχουμε, οφείλουμε να το σεβόμαστε. Αν δεν μας αρέσει ……. Να το
αλλάξουμε…….. μέχρι τότε, οφείλουμε να το σεβόμαστε και να το ακολουθούμε…..
Ποινική δικονομία από την wikipedia
Η Ποινική
Δικονομία αποτελεί το σύνολο των κανόνων του δικαίου που καθορίζουν αφενός την αρμοδιότητα των οργάνων
(Υπηρεσιών και Δικαστηρίων) της Πολιτείας και αφετέρου την διαδικασία δράσης
των οργάνων αυτών προκειμένου να βεβαιώσουν ενοχή του κατηγορουμένου ώστε να
επιβάλουν σ΄ αυτόν την από το ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο προβλεπόμενη ποινική κύρωση. Είναι το
δίκαιο της ποινικής διαδικασίας και διακρίνεται από το ουσιαστικό Ποινικό
Δίκαιο, το οποίο προβλέπει μόνο ποιες πράξεις είναι αξιόποινες. Συνεπώς οι
κανόνες του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου καθίστανται ενεργοί δια των κανόνων
της Ποινικής Δικονομίας. Η Ποινική Δικονομία, που αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της Δικονομίας περιέχει τους κανόνες για την άσκηση της ποινικής δίωξης, για την ποινική προδικασία, για την αρμοδιότητα των
ποινικών δικαστηρίων και τη διαδικασία στο ακροατήριο και για την άσκηση ενδίκων μέσων (έφεσης, αναίρεσης κλπ.) κατά των
αποφάσεων των δικαστηρίων.
Κύρια πηγή του
Ποινικού Δικονομικού Δικαίου είναι ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Ν.
1493/17-8-1950) που τέθηκε σε εφαρμογή την 1 Ιανουαρίου 1951 όπως ισχύει σήμερα
μετά τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του.
Αρχές
Βασικές αρχές της
Ποινικής Δικονομίας είναι οι ακόλουθες:
- Το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου.
Το τεκμήριο αθωότητας καθιερώθηκε για πρώτη φορά μετά τη Γαλλική Επανάσταση στη Διακήρυξη
των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 στο άρθρο 9.
Σήμερα κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής
Συνθήκης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Το τεκμήριο αυτό σημαίνει ότι
κάθε άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου και η Πολιτεία
μέσω των οργάνων της οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου,
όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας
είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο. Η αρχή αυτή επιβάλλει
το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio
pro reo).
- Το ανακριτικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι
το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως την αθωότητα ή ενοχή του κατηγορουμένου
και, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στην πολιτική δίκη, δε δεσμεύεται να αποφασίσει
μόνο με βάση τα στοιχεία και τους ισχυρισμούς που του προσκομίζονται.
Μπορεί να διατάξει την προσαγωγή περαιτέρω αποδείξεων, να εξετάσει μόνο
του μάρτυρες και να προβεί σε όσες ενέργειες κρίνει αναγκαίο για τη
διαλεύκανση της υπόθεσης ακόμα και χωρίς αίτηση του Εισαγγελέα ή του
κατηγορουμένου.
- Η προφορικότητα της κύριας διαδικασίας.
Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η διαδικασία στο ακροατήριο
είναι πάντοτε προφορική. Όλα τα αιτήματα υποβάλλονται προφορικά, οι
αποφάσεις αναγιγνώσκονται στο ακροατήριο και, εάν στη δικογραφία (στον
φάκελο της υπόθεσης) υπάρχουν έγγραφα σχετικά με την υπόθεση, αυτά
οφείλουν να αναγνωσθούν στο ακροατήριο από τους δικαστές, αλλιώς δεν
επιτρέπεται να ληφθούν υπ’ όψιν στην απόφαση. Αντίθετα στην ποινική προδικασία ισχύει η αρχή του
εγγράφου: για όλες τις ανακριτικές πράξεις πρέπει να συντάσσεται έκθεση
και οι προτάσεις προς το Δικαστικό Συμβούλιο οφείλουν να είναι
έγγραφες.
- Η αρχή της δημοσιότητας. Οι ποινικές δίκες
είναι δημόσιες ενώπιον ακροατηρίου. Αποκλεισμός του κοινού επιτρέπεται
μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις είτε για την προστασία του κατηγορουμένου
είτε για την προστασία της δημόσιας τάξης. Η αρχή αυτή ισχύει επίσης μόνο
στην κύρια διαδικασία: η προδικασία είναι δημόσια μόνο για τα μέρη
(κατηγορούμενο και πολιτικώς ενάγοντα), όχι όμως για τους τρίτους.
- Η μη αντιδικία. Ο εισαγγελέας εκπροσωπεί
την κατηγορούσα αρχή, δεν είναι όμως αντίδικος του κατηγορουμένου, όπως
συμβαίνει στο αγγλοαμερικανικό δίκαιο. Σκοπός του δεν είναι η καταδίκη του
κατηγορουμένου, αλλά η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας. Έτσι, αν
διαπιστώσει κατά την εξέλιξη της δίκης ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος,
οφείλει να ζητήσει την αθώωσή του από το δικαστήριο. Το γεγονός ότι δεν
υπάρχει αντιδικία εισαγγελέα-κατηγορουμένου φαίνεται και από την
τοποθέτηση του εισαγγελέα στο δικαστήριο: δεν κάθεται μαζί με τους
διαδίκους αλλά επάνω στην έδρα μαζί με τους δικαστές δεξιά από αυτούς
(αριστερά για το ακροατήριο).
Ιστορία
Η (Ελληνική)
Ποινική Δικονομία όπως και η Πολιτική Δικονομία ξεκίνησε επί αντιβασιλείας
του Όθωνα, ως έργο του Γεωργίου Μάουρερ και συντάχθηκε με πρότυπο
τον γαλλικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του 1811 αλλά με πολύ
σημαντικές για την εποχή του καινοτομίες. Πρωτοεκδόθηκε στο Ναύπλιο στις 10/22 Μαρτίου 1834 και τέθηκε σε ενέργεια στις 25 Ιανουαρίου 1835 δια Βασιλικού
Διατάγματος που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 16/1834)
στην ελληνική και γερμανική γλώσσα.
Η Ποινική
Δικονομία του Μάουρερ ίσχυσε ως το 1951, οπότε και τέθηκε σε ισχύ ο Κώδικας Ποινικής
Δικονομίας. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας βασίστηκε στο Σχέδιο Κωδικα
Ποινικής Δικονομίας που είχε καταρτιστεί από νομομαθείς το 1934. Έκτοτε έχει
υποστεί και υφίσταται διαρκώς πολλές τροποποιήσεις, με αποτέλεσμα άλλοτε να
εκσυγχρονίζεται αλλά άλλοτε να διασπάται η ενότητα και η συστηματικότητά του.
Η ποινική προδικασία από την wikipedia
Η ποινική
προδικασία είναι η διαδικασία που μεσολαβεί από την άσκηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και τερματίζεται με την οριστική παραπομπή του
κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή την απαλλαγή του χωρίς δίκη. Σκοπός της προδικασίας είναι να
διαλευκανθεί κατά το δυνατόν η υπόθεση και να διαπιστωθεί αν υπάρχουν αποχρώσες
ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα για το οποίο του έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη. Η ποινική προδικασία είναι γραπτή σε
αντίθεση με τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία στις ποινικές υποθέσεις είναι
πάντοτε υποχρεωτικά προφορική (είναι χαρακτηριστικό ότι για να ληφθούν υπ' όψιν
έγγραφα στο ακροατήριο θα πρέπει να αναγνωσθούν μεγαλόφωνα από τους δικαστές).
Η προδικασία
οφείλει να συμβιβάσει δύο αντίθετα συμφέροντα. Το ένα συμφέρον είναι τα εγκλήματα να διαλευκάνονται γρήγορα και ο ένοχος να
τιμωρείται σύντομα σε σχέση με την τέλεση της πράξης, να αποδίδεται δηλαδή γρήγορα
δικαιοσύνη. Το άλλο συμφέρον είναι να μην επιβαρύνονται τα δικαστήρια άσκοπα με
υποθέσεις και να μην ταλαιπωρούνται αθώοι συρόμενοι στα δικαστήρια με
αστήρικτες κατηγορίες. Το δικαστήριο στο ακροατήριο δεν έχει τη δυνατότητα να
συλλέξει νέα στοιχεία για την υπόθεση. Τα στοιχεία πρέπει να έχουν κατά το
δυνατόν συλλεγεί από πριν. Επίσης ο κατηγορούμενος πρέπει να ξέρει επακριβώς
γιατί κατηγορείται και τι στοιχεία υπάρχουν εναντίον του για να μπορεί να
προετοιμάσει την άμυνά του.
Άσκηση Δίωξης
Ο Εισαγγελέας, με το που λάβει γνώση της τέλεσης ενός εγκλήματος είτε μετά από ενημέρωση Αρχής, είτε μετά από έγκληση του παθόντος είτε μετά από μήνυση τρίτου είτε μόνος του (αυτεπαγγέλτως), οφείλει να
ασκήσει ποινική δίωξη (εφόσον συντρέχουν καταφανείς λόγοι)
κατά του φερόμενου ως ενόχου. Μόνο αν η επαπειλούμενη κατηγορία είναι προφανώς
αβάσιμη οφείλει να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Σε κακουργήματα πρέπει να έχει προηγηθεί πριν από την άσκηση
της ποινικής δίωξης προκαταρκτική εξέταση
ή να έχουν διενεργηθεί προανακριτικές πράξεις (εξέταση στοιχείων, μαρτύρων,
εμπλεκομένων κλπ.) από την Αστυνομία ή τον πταισματοδίκη ( N.
4055/2012 ). Η υπόθεση όμως μπορεί παρ' όλα αυτά να μην είναι ξεκάθαρη και να
χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Αν δεν είναι ξεκάθαρη και οδηγηθεί κατευθείαν στο
ακροατήριο, μπορεί να ταλαιπωρηθούν αθώοι και να μην ξεκαθαρίσει η υπόθεση ή να
δικάζεται για μακρό χρόνο. Το δίκαιό μας δεν επιθυμεί να ερευνά ο εισαγγελέας τη βασιμότητα
των καταγγελιών που του γίνονται (με μήνυση ή έγκληση), επειδή αυτός είναι που θα προσπαθήσει να στηρίξει
την κατηγορία στο ακροατήριο και ενδέχεται να μην είναι αντικειμενικός. Έτσι
αναθέτει τη διερεύνηση της βασιμότητας της μήνυσης σε έναν ανεξάρτητο δικαστή,
τον ανακριτή ή τον πταισματοδίκη.
Διαδικασία του Αυτοφώρου
Σε πλημμελήματα που είναι τα πραγματικά περιστατικά ξεκάθαρα
και ο δράστης έχει συλληφθεί μέχρι το πέρας της επόμενης ημέρας από την τέλεση
της πράξης ακολουθείται η διαδικασία του αυτοφώρου, η υπόθεση εισάγεται δηλαδή
χωρίς προδικασία απευθείας στο Αυτόφωρο Μονομελές ή Τριμελές
Πλημμελειοδικείο.Ο φερόμενος ως δράστης όταν προσαχθεί ενώπιον του αυτόφωρου
δικαστηρίου έχει δικαίωμα να ζητήσει τριήμερη αναβολή για να προετοιμάσει την
υπεράσπισή του.Εαν είναι βεβαιωμένη η διεύθυνση κατοικίας του δεν κρατείται για
το τριήμερο της αναβολής,αλλά αφήνεται ελεύθερος.
Ανάκριση
Αν ασκηθεί ποινική
δίωξη,μετά τη διεξαγωγή προανάκρισης ή και προκαταρκτικής εξέτασης,σε βαθμό
κακουργήματος,ο εισαγγελέας αποστέλνει τη δικογραφία στον τακτικό ανακριτή (
που είναι πρωτοδίκης δικαστής ειδικά αποσπασμένος,συνήθως για μία διετία ),που
έχει την δυνατότητα να επαναλάβει όλες τις προανακριτικές πράξεις (
λ.χ.επανεξέταση μαρτύρων ),και,επίσης,να προβεί σε όποιες άλλες ανακριτικές πράξεις
κρίνει αναγκαίες ( λ.χ.άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών,αυτοψία κλπ.
),συντάσσοντας τις κατά τη δικονομία εκθέσεις ( λ.χ.έκθεση αυτοψίας,έκθεση
κατάσχεσης αντικειμένων ή εγγράφων κλπ. ).Μετά την ολοκλήρωση καλεί τον
κατηγορούμενο σε απολογία,αφού προηγουμένως του κοινοποιήσει όλα τα έγγραφα της
δικογραφίας.Ο κατηγορούμενος,συνήθως ο δικηγόρος του,έχει δικαίωμα λήψης
αντιγράφων.Μετά την απολογία του κατηγορουμένου και ευθύς αμέσως ο
ανακριτής,μετά της σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα,είτε αφήνει τον κατηγορούμενο
ελεύθερο,είτε τον προφυλακίζει,είτε του επιβάλλει περιοριστικούς όρους (
χρηματική εγγύηση,απαγόρευση εξόδου απο τη χώρα,εμφάνιση στο οικείο του
αστυνομικό τμήμα κάθε 1η και 15η κάθε μήνα ). Η δικογραφία επιστρέφεται στην
εισαγγελία.Ο εισαγγελέας υποβάλλει πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο για
παραπομπή του κατηγορουμένου στο αρμόδιο κατά την ύλη και τόπο δικαστήριο.Εαν
το δικαστικό συμβούλιο κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις εκδίδει
παραπεμπτικό βούλευμα.Κατόπιν ορίζεται τακτική δικάσιμος.Το συμβούλιο έχει το
δικαίωμα να εκδώσει και απαλλακτικό βούλευμα,εαν κρίνει ότι δεν υπάρχουν
επαρκείς αποδείξεις ή απλά ο κατηγορούμενος τελικά είναι αθώος,προκειμένου να
αποφευχθεί και η ταλαιπωρία ενώπιον του δικαστηρίου.Στα ενδιάμεσα αυτά
δικονομικά στάδια ο κατηγορούμενος έχει πλειονότητα δικαιωμάτων ( λ.χ.να
υποβάλει αίτηση αποφυλάκισης,εαν έχει προφυλακισθεί - ο νόμος χαρακτηρίζει την
προφυλάκιση σαν προσωρινή κράτηση - ή να ασκήσει έφεση κατά του παραπεμπτικού
βουλεύματος ).Στις περιπτώσεις πλημμελημάτων δεν διενεργείται κύρια ανάκριση (
αποκαλείται και " τακτική " ),εκτός αν απαιτείται ιδιαίτερη
διαλεύκανση.
Συμβούλιο
Ο νομοθέτης,
φοβούμενος ότι ο ανακριτής μπορεί επηρεασμένος από την έρευνα να μην είναι
αντικειμενικός στην κρίση του αν τα στοιχεία επαρκούν για την παραπομπή της
υπόθεσης σε δίκη, αναθέτει την απόφαση για την περάτωση της ανάκρισης και για
το αν θα παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο σε άλλους δικαστές, στο Δικαστικό Συμβούλιο. Ο εισαγγελέας εισηγείται
στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών την παραπομπή
του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (παραπεμπτική πρόταση) ή, αν δεν έχουν
προκύψει επιβαρυντικά στοιχεία για τον κατηγορούμενο, την παύση της ποινικής
δίωξης και την απαλλαγή του κατηγορουμένου (απαλλακτική πρόταση). Το Συμβούλιο
Πλημμελειοδικών αποτελείται από έναν Πρόεδρο Πρωτοδικών και δύο Πρωτοδίκες.
Παλαιότερα συμμετείχε και ο ανακριτής (ως ένας από τους
τρεις), αλλά πλέον δε συμμετέχει. Στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών εκτός από την
πρόταση του εισαγγελέα, υποβάλλουν τις απόψεις τους ο κατηγορούμενος
και ο πολιτικώς ενάγων (το θύμα
του εγκλήματος), αν υπάρχει. Η διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου είναι γραπτή,
δεν υπάρχει δηλαδή δημόσια συνεδρίαση, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις. Το
Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αποφασίζει με βάση τα στοιχεία που έχει αν πρέπει να
περατωθεί ή να συνεχιστεί η ανάκριση και αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο
κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα για το οποίο του έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη. Η απόφασή του ονομάζεται βούλευμα. Αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις, παραπέμπει την
υπόθεση να δικαστεί στο ακροατήριο από το αρμόδιο δικαστήριο (παραπεμπτικό βούλευμα),
αν όχι, απαλλάσσει τον κατηγορούμενο και παύει την ποινική δίωξη (απαλλακτικό βούλευμα).
Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών μπορεί να
ασκηθεί έφεση, ανάλογα με τη βαρύτητα του εγκλήματος. Έφεση μπορεί να ασκήσει ο
κατηγορούμενος, ο εισαγγελέας ή ο πολιτικώς ενάγων. Η έφεση εκδικάζεται κατά την ίδια
διαδικασία από το Συμβούλιο Εφετών, αποτελούμενο από έναν Πρόεδρο
Εφετών και δύο Εφέτες. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών μπορεί να ασκηθεί από τα ίδια
πρόσωπα αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο εκδίδει
αμετάκλητο βούλευμα.
Εξαιρέσεις
Αυτή η διαδικασία
αποτελεί τον κανόνα για τα κακουργήματα. Επειδή όμως είναι πολύ χρονοβόρα και μπορεί
να διαρκέσει χρόνια, ο νομοθέτης έχει εισαγάγει πολλές εξαιρέσεις. Οι
εξαιρέσεις μπορεί να παρακάμπτουν ολόκληρη την προδικασία (απευθείας παραπομπή
στο ακροατήριο) ή κάποιο στάδιό της (ανάκριση, Συμβούλια, έφεση κατά βουλευμάτων, απευθείας
εισαγωγή στο Συμβούλιο Εφετών). Οι εξαιρέσεις εξαρτώνται κυρίως
από τη βαρύτητα και το είδος του εγκλήματος ή από το πόσο ξεκάθαρα είναι τα πραγματικά
περιστατικά. Η πλήρης ποινική προδικασία είναι η εξαίρεση στα πλημμελήματα
Η προφυλάκιση από την wikipedia
Η προσωρινή
κράτηση είναι περιοριστικό μέτρο που επιβάλλεται στον κατηγορούμενο για
κάποιο έγκλημα πριν την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης επί της
υπόθεσης κατά τη διάρκεια της ποινικής προδικασίας. Διατάσσεται από τον ανακριτή με τη σύμφωνη γνώμη του
εισαγγελέα. Με αυτό το προσωρινό μέτρο ο κατηγορούμενος
οδηγείται σε ειδική φυλακή, τη φυλακή των υποδίκων, όπου και κρατείται μέχρι
την εκδίκαση της υπόθεσης από ποινικό δικαστήριο και την έκδοση οριστικής
αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης. Παλαιότερα ονομαζόταν προφυλάκιση.
Ρυθμίζεται από την Ποινική Δικονομία.
Διαδικασία
Προΰπόθεση για την
έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης είναι να έχει ασκήσει ο εισαγγελέας ποινική δίωξη κατά του υπόπτου τέλεσης ενός
εγκλήματος και να έχει παραπέμψει την υπόθεση στον ανακριτή. Ο τελευταίος, αφού
διενεργήσει την ανάκριση, καλεί τον κατηγορούμενο
σε απολογία και, αν συντρέχουν και οι λοιπές προΰποθέσεις του νόμου, διατάσσει
με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα την προσωρινή του κράτηση. Αν ανακύψει
διχογνωμία ανακριτή και εισαγγελέα, ο κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος και για
την προσωρινή κράτηση αποφασίζει το δικαστικό συμβούλιο.
Σκοπός και προϋποθέσεις
Η προσωρινή
κράτηση δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, γιατί κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στο
τεκμήριο αθωότητας. Σύμφωνα με το τελευταίο, κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται
ότι είναι αθώος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Επίσης απαγορεύεται η επιβολή
ποινής χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη ενώπιον ποινικού δικαστηρίου και
αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση (nulla poena sine processu). Οι
σκοποί της προσωρινής κράτησης είναι δύο: η διασφάλιση της παρουσίας του
κατηγορουμένου στο δικαστήριο, ώστε να δικαστεί και, εφ’ όσον κριθεί ένοχος, να
τιμωρηθεί, και η αποτροπή τέλεσης νέων εγκλημάτων από αυτόν. Μόνο αυτοί οι δύο
λόγοι δικαιολογούν την έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης. Κατά το παρελθόν
ονομαζόταν προφυλάκιση, το 1981 όμως μετονομάστηκε σε προσωρινή κράτηση, για να
τονιστεί ότι δεν πρόκειται για τιμωρία αλλά για περιοριστικό όρο. Προσωρινή
κράτηση μπορεί να διαταχθεί κατά τον νόμο μόνο για κακούργημα ή για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή (αν ο δράστης έχει τελέσει
περισσότερες από μία ανθρωποκτονίες από αμέλεια είτε με την ίδια είτε με
περισσότερες πράξεις). Ο νόμος ορίζει ρητά ότι δεν αρκεί μόνο η κατά το νόμο
βαρύτητα της πράξης για την επιβολή προσωρινής κράτησης.
Συγκεκριμένα κατά
το άρθρο 282 του Κώδικα Ποινικής
Δικονομίας προσωρινή κράτηση μπορεί να διαταχθεί μόνο αν ο κατηγορούμενος:
- δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει
προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή
- κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόδικος ή κρίθηκε
ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής ή
- είναι πολύ πιθανό, κατά αιτιολογημένη κρίση, αν
αφεθεί ελεύθερος, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα, όπως προκύπτει από
ειδικά μνημονευόμενα περιστατικά της προηγούμενης ζωής του ή από τα
συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης για την οποία
κατηγορείται.
Διάρκεια
Η προσωρινή
κράτηση δεν μπορεί να διαρκέσει κατά το Σύνταγμα (άρθρο 6 παρ. 4) πάνω από 12 μήνες, αν ο
κατηγορούμενος κατηγορείται για κακούργημα, ή 6 μήνες, αν κατηγορείται για πλημμέλημα. Η διάρκεια μπορεί να παραταθεί μόνο σε
εξαιρετικές περιπτώσεις για 6 και 3 μήνες αντίστοιχα. Στην πράξη τηρείται μόνο
το ανώτατο όριο προσωρινής κράτησης (18 ή 9 μήνες αντίστοιχα). Μετά την πάροδο
του διαστήματος αυτού, οι αρχές οφείλουν να αφήσουν τον κατηγορούμενο ελεύθερο.
Η προσωρινή
κράτηση μπορεί πάντοτε να αρθεί ή να αντικατασταθεί με άλλους περιοριστικούς
όρους (απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, υποχρέωση εμφάνισης στις αρχές σε τακτά
διαστήματα κλπ.) αυτεπαγγέλτως από τον ανακριτή ή μετά από αίτηση του προσωρινά
κρατούμενου, αν εκλείψουν οι λόγοι, για τους οποίους διατάχθηκε.
Προβλήματα και κριτική
Ο θεσμός της
προσωρινής κράτησης είναι από τη φύση του ιδιαίτερα προβληματικός, γιατί
προσπαθεί να συμβιβάσει την αρχή ότι κανείς δε φυλακίζεται μόνο με την υπόνοια
τέλεσης ενός εγκλήματος και χωρίς δίκη με το συμφέρον της κοινωνίας και της
πολιτείας να προστατεύονται οι πολίτες και να τιμωρούνται αποτελεσματικά οι
εγκληματίες. Η εφαρμογή της στην πράξη στην Ελλάδα έχει δεχθεί έντονη κριτική. Συγκεκριμένα οι δικαστικές
αρχές δέχονται κριτική ότι την επιβάλλουν υπερβολικά συχνά και ότι την
διατάσσουν χωρίς να συντρέχουν πράγματι οι προϋποθέσεις του νόμου (πραγματικός
κίνδυνος φυγής ή τέλεσης νέων εγκλημάτων), αλλά με μοναδικό κριτήριο τη
βαρύτητα του εγκλήματος. Επίσης έχει κατακριθεί η έλλειψη ειδικής και
εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο ένταλμα προσωρινής κράτησης, καθώς και η
διαρκής παράτασή της πάνω από 12 μήνες και ως τους 18, κάτι το οποίο το
Σύνταγμα επιτρέπει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Παράλληλα, ενώ ο νόμος
επιβάλλει η κράτηση να γίνεται σε ειδικές φυλακές υποδίκων χωριστά από τους
καταδίκους, αυτό στην πράξη δεν τηρείται, με αποτέλεσμα η προσωρινή κράτηση να
είναι στο τέλος μια «προτιμωρία» του κατηγορουμένου χωρίς να έχει καταδικαστεί
αυτός προηγουμένως από δικαστήριο, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα.