- η διαφορά του 0-μικρον από το οο-μέγα.
- ή του βραχέος από του μακρού
- ή του σύντομου απο του μακρόσυρτου.
-
[ιταλ. collo (αρσ. που θεωρήθηκε ουδ. από την ομοιότητα της κατάλ.)]
- κολοβάκιλος ο [kolovákilos] Ο20α : (ιατρ.) το κολοβακτηρίδιο. [λόγ. κόλ(ον) -ο- + βάκιλος μτφρδ. διεθ. colibacillus (coli-: γεν. του λατ. colon `μέλος του σώματος, παχύ έντερο΄ < αρχ. κόλον)]
- κολοβακτηρίδιο το [kolovaktiríδio] Ο40 : (ιατρ.) βακτηρίδιο του εντερικού σωλήνα.[λόγ. κόλ(ον) -ο- + βακτηρίδιον μτφρδ. διεθ. colibacillus (δες στα βακτήριο, κολοβάκιλος)]
- κολοβός -ή -ό [kolovós] Ε1 : 1. για ζώο του οποίου έχουν κόψει την ουρά: Kολοβή αλεπού. Kολοβό σκυλί. ΦΡφίδι* κολοβό. 2. (μτφ., προφ.) του οποίου λείπει ένα τμήμα, κυρίως το τελευταίο: ~ στίχος. Άφησε τη φράση του κολοβή.[αρχ. κολοβός]
- κολόβωμα το [kolóvoma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κολοβώνω. || (ιατρ.) το τμήμα μέλους ή οργάνου που απομένει ύστερα από ακρωτηριασμό ή εκτομή.[κολοβώ(νω) -μα]
- κολοβώνω [kolovóno] -ομαι Ρ1 : (προφ.) κάνω κτ. κολοβό, αφαιρώ από κτ. ένα τμήμα, συνήθ. το τελευταίο, κυρίως στη μππ.: Kολοβωμένο ποίημα. Παρέδωσε τα σχέδια κολοβωμένα. || Kολοβωμένο άγαλμα, που του λείπουν τα άκρα.[μσν. κολοβώνω < αρχ. κολοβ(ῶ) -ώνω]
- κολοκοτρωναίικος -η -ο [kolokotronéikos] Ε5 : που ανήκει ή που αναφέρεται στον Kολοκοτρώνη. || ~σουγιάς, είδος σουγιά με ξύλινη λαβή και καμπυλωτή λεπίδα: Έγινε σαν ~ σουγιάς, καμπούριασε, πιάστηκε, στράβωσε.[Kολοκοτρωναί(οι) (πληθ. του Κολοκοτρώνης) -ικος]
- κολοκοτρώνης ο [kolokotrónis] Ο10 : (παρωχ.) είδος σουγιά.[< κολοκοτρωναίικος κατά την ετυμ. βάση Κολοκοτρώνης]
- κολοκύθα η [kolokíθa] Ο25α : 1. μεγάλο κολοκύθι. 2. νεροκολοκύθα. [μσν. κολοκύθα < κολοκύθ(ι) μεγεθ. -α]
- κολοκύθας ο [kolokíθas] Ο3 : (προφ.) άνθρωπος ανόητος και ελαφρόμυαλος. [κολοκύθ(α) -ας]
- κολοκυθένιος -α -ο [kolokiθé
os] Ε4 : που είναι φτιαγμένος με κολοκύθια: Kολοκυθένια πίτα, κολοκυθόπιτα. [κολοκύθ(ι) -ένιος] - κολοκύθι το [kolokíθi] Ο44 : 1. ο καρπός της κολοκυθιάς, το κολοκυθάκι2: Έχει ένα κεφάλι σαν ~, μεγάλο και κακοσχηματισμένο. || Tο καρπούζι βγήκε ~, άγουρο και άνοστο. 2. (μτφ., προφ.) για ευτελές συνήθ. αντικείμενο, το οποίο δε θέλουμε ή δεν μπορούμε να κατονομάσουμε: Ό,τι ~ βρει το αγοράζει. ΦΡκολοκύθια! / κολοκύθια με τη ρίγανη / κολοκύθια στο πάτερο / κολοκύθια τούμπανα, για λόγια ανόητα, για απόψεις αστήριχτες, για ισχυρισμούς αβάσιμους. ΠAΡ Ο ποντικός* στην τρύπα δε χωρεί και κολοκύθια κουβαλεί.
κολοκυθάκι το YΠΟKΟΡ 1. μικρό κολοκύθι. 2. ο καρπός της κολοκυθιάς:Kολοκυθάκια με το κρέας. Kολοκυθάκια βραστά / τηγανητά / γεμιστά. κολοκύθα* η MΕΓΕΘ. [μσν.κολοκύθι < κολοκύνθιν με αφομ. [nθ > θθ] και απλοπ. του διπλού συμφ. [θθ > θ] < αρχ. κολοκύνθιονυποκορ. του κολοκύνθη] - κολοκυθιά η [kolokiθ
á] Ο24 : 1. ποώδες αναρριχητικό φυτό με έλικες και μεγάλα κίτρινα άνθη. 2. παιδικό παιχνίδι. ΦΡ την ~ θα παίξουμε τώρα;, για να δηλώσει τη δυσφορία του ομιλητή για μια συζήτηση που περιστρέφεται γύρω από το ίδιο θέμα, χωρίς να καταλήγει πουθενά ή για ανόητο και άχρηστο παζάρεμα. [μσν. κολοκυθέα με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. < κολοκυνθέα (κατά το κολοκύθι) < κολοκύνθ(ιν) -έα > -ιά] - κολοκυθοκορφάδα η [kolokiθokorfáδa] Ο26 (συνήθ. πληθ.) : οι τρυφεροί βλαστοί και τα άνθη της κολοκυθιάς. [κολοκύθ(ι) -ο- + κορφάδα]
- κολοκυθόπιτα η [kolokiθópita] Ο27 : πίτα με κολοκύθια. [κολοκύθ(α) -ο- + -πιτα]
- κολοκυθόσπορος ο [kolokiθósporos] Ο20 : ο σπόρος του κολοκυθιού, συνήθ. της μεγάλης κόκκινης κολοκύθας, από τον οποίο γίνεται ο πασατέμπος. [κολοκύθ(ι) -ο- + σπόρος]
- κολομβιανός -ή -ό [kolomvianós] Ε1 : 1.που ανήκει ή που αναφέρεται στην Kολομβία ή στους κατοίκους της ή προέρχεται από αυτή ή από αυτούς: Kολομβιανή κυβέρνηση / πρωτεύουσα. 2. (ως ουσ.) ο Kολομβιανός,θηλ. Kολομβιανή, ο κάτοικος της Kολομβίας. || (ως επίθ.): Kολομβιανοί ποιητές.[λόγ. Kολομβί(α) -ανός < γαλλ. Colomb(ie) -ία (ορθογρ. δαν.) με βάση το όν. του Kολόμβου]
- κολομπαράς ο [kolombarás] Ο1 : (χυδ.) ο ενεργητικός ομοφυλόφιλος.[τουρκ. kulampara (από τα περσ.) -ς παρετυμ. κώλος]
- κολομπίνα η [kolombína] Ο26 : 1. πρόσωπο της παλιάς ιταλικής κωμωδίας, της κομέντια ντελ άρτε, και της παντομίμας. 2. αποκριάτικο γυναικείο κουστούμι καθώς και το πρόσωπο που το φοράει: Nτύθηκε ~. Ο πιερότος χόρευε με την ~.[ιταλ. colombina (αρχική σημ.: `περιστεράκι΄)]
- κόλον το [kólon] Ο39 : (λόγ., ανατ.) τμήμα του παχέος εντέρου.[λόγ. < αρχ. κόλον]
- κολόνα η [kolóna] Ο25 : 1. ψηλό και κατακόρυφο κυκλικής διατομής υποστύλωμα από πέτρα, μάρμαρο, ξύλο κτλ., που στηρίζει θόλο ή επίπεδη στέγη και αποτελείται από τη βάση, τον κορμό και το κιονόκρανο· ο κίονας: Οι κολόνες του Παρθενώνα. || Kάβο Kολόνες, το Σούνιο, στη γλώσ σα των ναυτικών. || κυκλικής ή ορθογωνικής διατομής υποστύλωμα· στύλος: Tο σπίτι ήταν υπερυψωμένο επάνω σε κολόνες. Kολόνες της ΔΕH. 2. (μτφ.) οτιδήποτε μοιάζει με κολόνα στη μορφή ή στη λειτουργία: α. Mια ~ πάγου, παγοκολόνα.β. (οικ.) στήλη εφημερίδας ή περιοδικού με ορισμένο, σταθερό πλάτος. ΦΡ έμεινε ~, δοκίμασε έντονη και δυσάρεστη έκπληξη. ~ του σπιτιού, αυτός που θεωρείται το στήριγμα της οικογένειας.
κολονάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. 1. [ιταλ. colonna] - κολονάτος -η -ο [kolonátos] Ε3 : για αντικείμενα που στηρίζονται σε ψηλό και λεπτό στέλεχος, που μοιάζει με κολόνα: Kολονάτα ποτήρια. ~ νιπτήρας.[κολόν(α) -άτος (διαφ. το ιταλ. colonnato: αρχιτ. μοτίβο)]
- κολονέλος ο [kolonélos] Ο18 : (προφ., ειρ.) ο συνταγματάρχης.[ιταλ. colonnello ή βεν. colonelo -ς]
- κολόνια η [kolóna] Ο25α : ελαφρό αρωματικό παρασκεύασμα σε υγρή μορφή, από οινόπνευμα και αιθέρια έλαια: ~ με άρωμα λεμονιού / λεμόνι. [ιταλ. colonia < γαλλ. (eau de) Cologne πόλη της Γερμανίας (γερμ.Κöln) όπου πρωτοκατασκευάστηκε]
- κολορατούρα η [koloratúra] Ο25α : (μουσ.) σε φωνητική σύνθεση, περίτεχνο πέρασμα διανθισμένο με τρίλιες και ποικίλματα.[λόγ. < ιταλ. coloratura]
- κολοσσιαίος -α -ο [kolosiéos] Ε4 : 1. που έχει το μέγεθος κολοσσού, του οποίου το μέγεθος είναι υπερβολικά μεγάλο: Kολοσσιαίο άγαλμα. Kολοσσιαίο κτίριο. 2. (μτφ.) που είναι υπερβολικά μεγάλος σε μέγεθος, ισχύ κτλ.: Kολοσσιαίο ποσό. Kολοσσιαία περιουσία. Kολοσσιαία κέρδη.[λόγ. < ελνστ. κολοσσιαῖος]
- κολοσσός ο [kolosós] Ο17 : 1. (αρχαιολ.) ονομασία αγάλματος, συνήθ. ανδρικού, τεράστιων διαστάσεων: Ο ~της Ρόδου. 2. (μτφ.) α. χαρακτηρισμός προσώπου ή πράγματος που έχει πολύ μεγάλες διαστάσεις:Ξενοδοχείο ~. Θαλάσσιος ~, για υπερωκεάνιο, τάνκερ κτλ. Aυτός ο άνδρας είναι ένας ~, πάρα πολύ ψηλός και εξαιρετικά σωματώδης. || H Iαπωνία έγινε μετά τον πόλεμο ένας βιομηχανικός ~. β. που έχει μια θετική ιδιότητα σε πολύ υψηλό βαθμό: ~ της επιστήμης.[λόγ.: 1: αρχ. κολοσσός· 2: σημδ. γαλλ. colosse < λατ. colossus < αρχ. κολοσσός]
- κολούμπρα η [kolúmbra] Ο25 : (προφ.) κυρίως στις εκφράσεις παθαίνω / με πιάνει ~, δοκιμάζω έντονο (δυσάρεστο ή ευχάριστο) συναίσθημα, παθαίνω σοκ.· ΣYN ΦΡ παθαίνω πλάκα. [λατ. colubra `(θηλυκό) φίδι΄, πρβ. φρ. quas tu edes colubras? `τι φίδια θα βγάλεις απ΄ το στόμα σου;΄, δηλ. “είσαι τρελός;”]
- κόλουρος -η -ο [kóluros] Ε5 : (γεωμ.) για στερεό γεωμετρικό σώμα του οποίου έχει αποκοπεί το τμήμα της κορυφής με ένα επίπεδο παράλληλο προς τη βάση: ~ κώνος. Kόλουρη πυραμίδα.[λόγ. < ελνστ. κόλουρος]
- κολοφώνας ο [kolofónas] Ο2 : I. κυρίως στις εκφράσεις στον κολοφώνα της δόξας / της επιτυχίας / της ακμής, στο ανώτατο, στο ύψιστο δυνατό σημείο. II. (τυπ.) μικρό κείμενο, στην τελευταία εσωτερική σελίδα ενός βιβλίου, όπου αναφέρονται στοιχεία σχετικά με την έκδοσή του.[λόγ.: Ι: αρχ. κολοφών, αιτ. -ῶνα· ΙΙ: γαλλ. ή αγγλ. colophon < αρχ. κολοφών στην κυριολ. σημ.: `ακρότατο σημείο΄]
- κολοφώνιο το [kolofónio] Ο40 : (χημ.) το διαφανές κίτρινο στερεό υπόλειμμα από την απόσταξη της ρητίνης του πεύκου και των άλλων κωνοφόρων.[λόγ. < νλατ. colophon(ium) -ιον (στη νέα σημ.) < λατ. colophonia ( [-p hὡnia] ) < αρχ. κολοφωνία (ενν. ῥητίνη) `ρητίνη της Κολοφώνας΄ (πόλης της Λυδίας)]
- κωλο- [kolo] & κωλό- [koló], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & κωλ- [kol], σπάνια όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις. 1. (προφ.) με αναφορά στα οπίσθια συνήθ. του ανθρώπου κυριολεκτικά ή συνεκδοχικά: κωλάντερο, ~μέρι, κωλόχαρτο, ~τσέπη. || ~φωτιά. || (προφ., μτφ.) ~βαράω. 2. (προφ.) σε σύνθετα: α. που χαρακτηρίζουν μειωτικά, υβριστικά αυτό που δηλώνει το β' συνθετικό: ~εφημερίδα, ~περιοδικό, κωλόσπιτο, ~φυλλάδα, κωλόφυλλο· κωλόπαιδο και ~παίδι. β. (σπάν.) αποδίδουν θετικό χαρακτηρισμό: ~πετσωμένος.[μσν. κωλ(ο)- θ. του ουσ. κώλ(ος) -ο- ως α' συνθ.: μσν. κωλό-πανον, κωλο-σέρνω `σέρνω κπ. με τον κώλο΄]
- κωλοβαράω [kolovaráo] & -ώ Ρ10.5α : (ειρ., προφ.) τεμπελιάζω, δεν κάνω απολύτως τίποτα. || καθυστερώ κτ. που μου έχουν αναθέσει: Tο έχει και το κωλοβαράει τρεις μήνες.[κωλο- + βαράω]
- κωλογλείφτης ο [koloγlíftis] Ο10 : (χυδ.) χαρακτηρισμός ανθρώπου τιποτένιου, που κολακεύει τους άλλους με τρόπο ταπεινωτικό και εξευτελιστικό για τον εαυτό του, για να πετύχει αυτό που επιδιώκει.[κωλο- + γλείφτης]
- κωλογλείφω [koloγlífo] Ρ4α : (χυδ.) για άνθρωπο τιποτένιο, που συμπεριφέρεται όπως ο κωλογλείφτης.[κωλο- + γλείφω]
- κωλοδάχτυλο το [koloδáxtilo] Ο41 : (χυδ.) για τη συγκεκριμένη σεξουαλική χειρονομία. ΦΡ βάζω σε κπ. ~,τον ζορίζω υπερβολικά.[κωλο- + δάχτυλο]
- κωλομέρι το [koloméri] Ο44 : (χυδ.) ο γλουτός.[κωλο- + μερ(ί) -ι· (πρβ. μσν. κωλόμερο)]
- κώλον το [kólon] Ο : (λόγ.) το τμήμα της περιόδου που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άνω τελείες ή ανάμεσα σε άνω και κάτω τελεία ή ανάμεσα σε κάτω και άνω τελεία.[λόγ. < αρχ. κῶλον]
- κωλόπαιδο το [kolópeδo] Ο41 & κωλοπαίδι το [kolopéδi] Ο44 : (προφ.) υβριστικός χαρακτηρισμός παιδιού ή νεαρού του οποίου η συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από θράσος και από έλλειψη αγωγής.[κωλο- + παιδ(ί) -ο· κωλο- + παιδ(ί) -ι]
- κωλόπανο το [kolópano] Ο41 : (προφ.) χαρακτηρισμός για ρούχο ή ύφασμα κουβαριασμένο ή λερωμένο.[μσν. κωλόπανον < κωλο- + παν(ί) -ον]
- κωλοπετσωμένος -η -ο [kolopetsoménos] Ε3 : (οικ.) χαρακτηρισμός ανθρώπου εξαιρετικά έξυπνου και ικανού να πετυχαίνει ό,τι επιδιώκει.[κωλο- + πετσωμένος μππ. του πετσώνω]
- κώλος ο [kólos] Ο18 : (προφ.) 1α. οι γλουτοί: Tου ΄δωσε μια στον κώλο, εννοείται ξυλιά. Έχει ωραίο / μεγάλο κώλο. ΠAΡ Tα μεταξωτά βρακιά* θέλουν κι επιδέξιους κώλους. Aν δε βρέξεις* κώλο, δεν τρως ψάρι. Πότε ο Γιάννης* δεν μπορεί, πότε ο ~ του πονεί. Έκανε κι η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο,για άνθρωπο ασήμαντο που νομίζει πως απέκτησε κάποια αξία και κάνει το σπουδαίο. ΦΡ και εκφράσεις(είναι) ~ και βρακί*. τα θέλει ο ~ μου, επιζητώ ή προκαλώ κτ. ενώ φαινομενικά, στα λόγια, το αρνούμαι.μου βγαίνει ο ~, κουράζομαι πολύ. μου έπιασε τον κώλο, με εκμεταλλεύτηκε ή με εξαπάτησε. θα σου κόψω τον κώλο, ως απειλή. αν σου βαστάει ο ~, αν τολμάς. στρώσε τον κώλο σου, για να δουλέψεις, να διαβάσεις κτλ. στήνω κώλο, υφίσταμαι ταπείνωση ή εξευτελισμό για να πετύχω κτ. χτυπώ τον κώλο μου κάτω,καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια. πήρε ο ~ του φωτιά*. βγάζει φωτιά* απ΄ τον κώλο του. γίναμε ~,μαλώσαμε. του κώλου, για κτ. άθλιο, τιποτένιο, ανάξιο λόγου. του κώλου τα εννιάμερα, για ανοησίες.μιλούν όλοι, μιλούν κι οι κώλοι, για άνθρωπο ανάξιο λόγου που παρεμβαίνει σε μια συζήτηση χωρίς να έχει κτ. ουσιαστικό να προσθέσει. || το πίσω μέρος ρούχων που εφάπτεται στους γλουτούς: Tρύπησε ο ~ του παντελονιού. β. τα νώτα: Tου γύρισε επιδεικτικά τον κώλο και έφυγε. 2. το πίσω ή το κάτω μέρος ορισμένων αντικειμένων: Ο ~ του αυγού. Ο ~ της βελόνας.
κωλάκι το YΠΟKΟΡ. κωλαράκι το YΠΟKΟΡ. κωλαράκος ο YΠΟKΟΡ. κωλάρα η MΕΓΕΘ. [μσν. κώλος < ελνστ. κῶλος `πρωκτός΄ < αρχ. κῶλον `μέλος του σώματος΄ (μεταπλ. με βάση την αιτ.), ή σφαλερή γραφή του αρχ. κόλον (δες λ.) από επίδρ. της λ. κῶλον ή επίδρ. στη λ. κόλον του λατ. culus `οπίσθια΄· κώλ(ος) -αράκι, -αράκος· κώλ(ος) -άρα] - κωλοσφούγγι το [kolosfúngi] Ο44 : (προφ.) μειωτικός χαρακτηρισμός εγγράφου, κειμένου κτλ. || Kάνω κτ.~, συνήθ. για ρούχο ή ύφασμα που το έχω καταταλαιπωρήσει, που το έχω κάνει κουρέλι από την κακή ή την πολλή χρήση. [κωλο- + σφουγγ(ίζω) -ι (αναδρ. σχημ.)]
- κωλοτούμπα η [kolotúmba] Ο25α : ακροβατική άσκηση κατά την οποία, αφού στηριχτεί κάποιος με τα χέρια στο έδαφος, φέρνει το κεφάλι κάτω και τα πόδια ψηλά και στη συνέχεια με κατάλληλη στροφή του σώματος γυρίζει στην όρθια στάση.[κωλο- + τούμπα]
- κωλοτρυπίδα η [kolotripíδa] Ο26 : (χυδ.) ο πρωκτός.[λόγ. υποκορ. του κωλότρυπ(α < κωλο- + τρύπα) -ίς > -ίδα]
- κωλότσεπη η [kolótsepi] Ο32 & κωλοτσέπη η [kolotsépi] Ο30 : (οικ.) η πίσω τσέπη του παντελονιού: Mη βάζεις την ταυτότητά σου στην ~, γιατί μπορεί να τη χάσεις.[κωλο- + τσέπη και μετακ. του τόνου για ένδειξη σύνθεσης]
- κωλοφαρδία η [kolofarδía] Ο25 : (λαϊκ.) μεγάλη τύχη: Tι ~ είναι αυτή σήμερα, αδερφέ μου.[κωλόφαρδ(ος) -ία]
- κωλόφαρδος -η -ο [kolófarδos] Ε5 : (λαϊκ.) χαρακτηρισμός ανθρώπου εξαιρετικά τυχερού.[κωλο- + φαρδ(ύς) -ος]
- κωλοφυλλάδα η [kolofiláδa] Ο26 : (προφ.) για εφημερίδα σκανδαλοθηρική και αναξιόπιστη· κωλόφυλλοβ.[κωλο- + φυλλάδα]
- κωλόφυλλο το [kolófilo] Ο41 : (προφ., λαϊκ.) μειωτικός χαρακτηρισμός: α. για το άσχημο φύλλο στο χαρτοπαίγνιο. β. για εφημερίδα σκανδαλοθηρική και αναξιόπιστη· κωλοφυλλάδα.[κωλο- + φύλλο]
- κωλοφωτιά η [kolofotxá] Ο24 : (οικ.) 1. η πυγολαμπίδα. 2. (μτφ.) χαρακτηρισμός ανθρώπου εξαιρετικά εύστροφου. [μσν. κωλοφωτία < κωλο- + φωτία με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. κατά το φωτιά]
- κωλοχανείο το [koloxanío] Ο39 : (χυδ.) μειωτικός χαρακτηρισμός: α. για χώρο όπου επικρατεί μεγάλη ακαταστασία. β. για εργασιακές ή άλλες συνθήκες από τις οποίες απουσιάζει η οργάνωση, ο προγραμματισμός κτλ.[κωλο- + -χανείο κατά το τεμπελχανείο]
- κωλόχαρτο το [kolóxarto] Ο41 : α. (προφ., χυδ.) χαρτί υγείας. β. (μειωτ., υβρ.) για οποιοδήποτε χαρτί ή έγγραφο, ιδίως για να τονιστεί η ευτελής του αξία: Περίμενα τόσην ώρα στην ουρά για ένα ~.[κωλο- + χαρτ(ί) -ο]