Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Περιμένοντας το τίποτα

Προσπαθώντας να κατανοήσει τις καταστάσεις που τον περιτριγυρίζουν ,έβγαινε σε αδιέξοδο. Βέβαια ,δεν περίμενε και τίποτα παραπάνω από τον εαυτό του. Τον βόλευε αυτό το αδιέξοδο. Πόλεμοι ,ασθένειες ,φτώχεια και ποιος ξέρει τι άλλο περίμενε αυτόν και το διαολεμένο σινάφι του. Δεν είχε λύσεις. Δεν μπορούσε να βρει λύσεις. Απλά κοιτούσε. Απλά περίμενε. Περίμενε το τίποτα ,αργά και βασανιστικά να έρθει και να πνίξει με ταχύτητα φωτός κάθε τι το ζωντανό.

Από εκεί και πέρα όμως; Ήξερε πως και αυτός θα έφευγε. Είχε καταφέρει να ξεφορτωθεί αυτό το υποτιθέμενο χάρισμα του ημίθεου που οι προηγούμενες γενιές με τόση σοφία είχαν ποτίσει το μυαλό αυτού και των υπόλοιπων νέων ανθρώπων. Και όλα αυτά ,γιατί δεν είχε με ποιον να μοιραστεί τις σκέψεις του. 

Καθόταν σπίτι. Διάβαζε ,΄χάζευε τους τοίχους ,κοιμόταν ,έβγαινε και στο μπαλκόνι για αλλαγή. Μπας και δει λίγο φως ,για να καθαρίσει το μυαλό του. Αυτή την ευτυχία που έβλεπε συνεχώς στα πρόσωπα άλλων ,σπάνια την έβρισκε. Η αλήθεια είναι πως δεν του έλειπε. Την αναπολούσε ώρες ώρες αλλά δεν του έλειπε. Αλλά είχε τόση ενέργεια για ζωή μέσα του. Έσφυζε από δαύτη. Ήταν νέος. Δεν είχε καν περάσει τα μισά της ζωής του.

"Μα γιατί να κάνω παιδιά; Σε τι κόσμο να τα φέρω;" άκουσε ένα πρωί από μια γυναίκα. Κάπου εκεί άρχισαν από το μυαλό του να περνάν οι υποψίες πως ίσως το παιχνίδι να έχει χαθεί. Οι άνθρωποι είχαν φτάσει τόσο χαμηλά ,που απαρνιόντουσαν την ίδια τους την φύση χωρίς καν να προσπαθήσουν. Χωρίς καν να αγωνιστούν. Και είχαν σχεδιάσει την μοίρα τους ,τόσο καλά ,που αυτό το σχέδιο ήταν το μόνο που δούλευε ολόσωστα χωρίς να χρειαστεί κανένας να καταβάλει τον οποιοδήποτε κόπο.

"Πρέπει να γυρίσω στο κλουβί μου" ψέλλισε γεμάτος απόγνωση. Έτσι και έκανε. Κάθε τρεις και λίγο η ίδια ιστορία. Έβγαινε από το σπίτι έπαιρνε μία ισχυρή δόση μισαλλοδοξίας και ξαναγύρναγε. Αν και ήταν επίπονο ,ήθελε να "παίρνει τον αέρα του". 'Όπως τα σκυλιά με το λουράκι τους ,έτσι και αυτός έβγαινε για την βόλτα του. Αυτό όμως που δεν ήξερε ,ήταν το ποιος κρατάει το λουρί του.

Έτσι περνούσαν οι μέρες του. Και αφού κοιμόταν ζούσε με την ελπίδα ,ότι η επόμενη μέρα, θα είναι καλύτερη. Έφταναν και οι διακοπές. Αυτός όμως αντί να νιώσει χαρά και ελευθερία ,τον κατέκλυζε μία λύπη αδικαιολόγητη. Δεν ήξερε γιατί ένοιωθε έτσι. Απλά το ένοιωθε. Απλά ζούσε αρμονικά μαζί της ,περιμένοντας πως κάποια μέρα θα τον δικαιώσει.