Ένα χωριό φάντασμα, στον πέρα Αποκόρωνα , Χτυπημένο από βεντέντες. Ένα σπίτι ρημαγμένο από τον καιρό και από την
εγκατάλειψη .
Τα παιδιά μου 20 χρονών ο μεγάλος, μόλις φέτος έμαθαν για την ύπαρξη αυτού του σπιτιού. Επέμεναν να πάμε.
Η αυλή γεμάτη αγριοσυκιές. Η ρουγόπορτα μισοσάπεια. Οι νυχτερίδες εκατοντάδες. Ελάχιστα πράγματα είχαν απομείνει από τις «επιδρομές» κυνηγών ειδών λαικής παράδοσης. Οι αγριοσυκιές έμπαιναν μέσα στους τοίχους.
Για τον παππού μου ιστορίες έμαθα, στην Δημοτική Αγορά των Χανιών από γέρους. Τότε που τα Χανιά μύριζαν θάλασσα, γιασεμί, αγιόκλιμα και βουνίσιο αέρα από τις Μαδάρες. Τότε που η Δημοτική Αγορά, ήταν αγορά κανονική με ψαράδικα, κασάπικα, μανάβικα, και όχι μαγαζιά με souvenirs. Τότε που κάποιοι άνθρωποι, φορούσαν τις βράκες τους, όχι σαν ατραξιόν σε greek-nights ή σε παρελάσεις.
Δεν έχω πιά τίποτα και κανένα λόγο να
…..φοβάμαι. Οι Τούρκοι είναι ξανά εδώ,
οι Γερμανοί είναι ξανά εδώ. ……….. δεν μπορεί να φοβηθεί ο πεθαμένος τον θάνατο.
Δεν ελπίζω τίποτα πιά, …..μόνο οι
πεθαμένοι δεν ελπίζουν, και ίσως-ισως και οι ελεύθεροι.
Τα παιδιά μου 20 χρονών ο μεγάλος, μόλις φέτος έμαθαν για την ύπαρξη αυτού του σπιτιού. Επέμεναν να πάμε.
Η αυλή γεμάτη αγριοσυκιές. Η ρουγόπορτα μισοσάπεια. Οι νυχτερίδες εκατοντάδες. Ελάχιστα πράγματα είχαν απομείνει από τις «επιδρομές» κυνηγών ειδών λαικής παράδοσης. Οι αγριοσυκιές έμπαιναν μέσα στους τοίχους.
Το θυμάμαι αυτό το σπίτι σαν όνειρο. Κάποιες μέρες καλοκαιριών
έμεινα εκεί, πριν πάω σχολείο καλά-καλά. Δεν είχε φέρει ακόμα η χούντα το φώς,
δεν είχε νερό, δεν είχε απόπατο. Έπρεπε να πας στα χωράφια. Δεν μου άρεσε το
σπίτι αυτό στα πολύ μικρά μου, δεν μου άρεσε στα μαθητικά μου και πολύ
περισσότερο στα φοιτητικά μου.
Δεν ήταν μόνο η έλλειψη των στοιχειωδών ανέσεων, που με
απωθούσε στο σπίτι. Δεν ήταν που κοιμόμουν στο ξύλινο πάτωμα του οντά, χωρίς
στρώμα. Ο οντάς ήταν ένα μαρτύριο στα παιδικά μάτια. Από κάθε μικρό σαν
πολεμίστρα παράθυρο, η θεια Κατίνα μου έδειχνε και με τρόμαζε. …..βλέπεις εκεί;….εκεί
είναι ο Κουλές, που οι τούρκοι θανατώναν τσι χριστιανούς. Πριν τους θανατώσουν τους
βασανίζανε παιδί μου. ……..βλέπεις εκεί;….. εκεί στο δέντρο αυτό στον πήγαδο
παραδίπλα, οι Γερμανοί σκοτώσανε……τον μπαρμπα- Μανόλη και τον Πετρο-Νικολή…….α
κι εκειά παραπέρα, είχανε πιάσει οι Γερμανοί τον πατέρα σου.
Με τρόμαζε και το χωριό. Μαυροφορεμένοι Αντρες- γυναίκες. Άνθρωποι
που μύριζαν από τον ιδρώτα τους στα
χωράφια, ανακατεμένο με την μυρωδιά των κατσικιών και των προβάτων. Από τότε
πολλά σπίτια ήταν κλειστά και οι πέτρινοι τοίχοι τους ήταν μαυρισμένοι.
Σε μια γωνιά ένα μπαούλο ασήκωτο, και μέσα μόλις 3
μικρές φωτογραφίες σε κάδρα. Αδιάφορο ως φαίνεται οι φωτογραφίες
για κυνηγούς και «λάτρεις της λαικής μας παράδοσης». Στην μια 5 βρακοφόροι μαζί
με 3 φουστανελάδες , Ενοπλοι , όρθιοι, με τυφέκια. Στην άλλη 3 βρακοφόροι
καθιστοί σταυροπόδι, στημένοι κοιτάζοντας
κατάματα τον φακό φορώντας τους πασαλήδες τους. Στις άλλες μια
φωτογραφία δική μου πάνω σε ένα γαιδουράκι. Είχε και μια σημαία το μπαούλο.
Σημαία κανονική από ύφασμα, και όχι σαν τις σημαίες από ραιγιόν τις κινέζικες.
Σημαία παλιά, αυτή με τον σταυρό και όχι με τις ρίγες.
Την μορφή του παππού μου την ήξερα από φωτογραφίες. Δεν τον
πρόλαβα. Συγχωρέθηκε 13 χρόνια πριν γεννηθώ εγώ. Στην κατοχή αρρώστησε. Από
πνευμονία. Δεν υπήρχαν φάρμακα και πέθανε. …..΄Ετσι απλά.
Ο παππούς μου, έκανε τον δάσκαλο. Όχι δεν είχε τελειώσει
παιδαγωγική Ακαδημία, ούτε το Καποδιστριακό τετραετούς φοίτησης. …..Οχι δεν
είχε τελειώσει ούτε το Πανεπιστήμιο των Σκοπίων, στην παιδαγωγική……. Όχι δεν
είχε διορισθεί από Βουλευτή. ….Όχι δεν υπήρχε τότε το ΑΣΕΠ.
Απλά η μάνα του, σε ένα χωριό του Αποκόρωνα, χήρα γυναίκα,
πούλησε όλο της το βιός, στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη, και έστειλε τα
κοπέλια της 3 είχε μόνο, να σπουδάσουν στην Ελλάδα για να «γενούν ανθρώποι και
σωστοί Ελληνες».
Ο παππούς μου απλά τέλειωσε ένα Γυμνάσιο; Σχολαρχείο;, …..δεν
ξέρω τι υπήρχε τότε , και αποφάσισε να κάνει την δουλειά του δασκάλου, να
μαθαίνει δηλαδή τα παιδιά του κόσμου γράμματα και να τα κάνει ανθρώπους.
Τον δάσκαλο τότε το κάθε χωριό τον πλήρωνε σε είδος. Ο
παππούς μου βρέθηκε στο χωριό, μετά έκανε τον δάσκαλο στις Βρύσες, μετά σου
Βάμου, και μετά στα Χανιά.
Ο παππούς μου μαζί με τον δάσκαλο , έκανε και τον κασάπη.
Επρεπε να ζήσει την οικογένειά του, και να συμπληρώσει το εισόδημά του. Τελικά
η δουλειά του κασάπη ήταν πιο επικερδής. Δεν την άφησε όμως την δουλειά του
δασκάλου.
Για τον παππού μου, ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου δεν μου
μίλησε ποτέ. Του κρατούσε πείσμα, γιατί όταν η μάνα του και γιαγιά μου πέθανε
στην γέννα, ο παππούς μου μετά, ξαναπαντρέφτηκε, έκανε άλλα 5 παιδιά, και τον
πατέρα μου τον μεγάλωσε μητρυά.Για τον παππού μου ιστορίες έμαθα, στην Δημοτική Αγορά των Χανιών από γέρους. Τότε που τα Χανιά μύριζαν θάλασσα, γιασεμί, αγιόκλιμα και βουνίσιο αέρα από τις Μαδάρες. Τότε που η Δημοτική Αγορά, ήταν αγορά κανονική με ψαράδικα, κασάπικα, μανάβικα, και όχι μαγαζιά με souvenirs. Τότε που κάποιοι άνθρωποι, φορούσαν τις βράκες τους, όχι σαν ατραξιόν σε greek-nights ή σε παρελάσεις.
Καθόμουν στο κασάπικο του παππού μου, που το δούλευε πιά ένα από
τα παιδιά του.
Παραδίπλα στο καφενείο,
Φορούσαν οι γέροι την βράκα, κάπνιζαν τον τσιγάρο τους,
έπαιζαν το κεχριμπαρένιο κομπολόγι τους, έπιναν πρωί – πρωί ένα καιβέ με
φασκόμηλο μέσα, και κλεφτά- κλεφτά καμιά ρακή, κύταζαν τον κόσμο που περνούσε
κι …..έλεγαν
ΨΑΛΙΔΟΚΩΛΟΙ.
Ψαλιδόκωλους στην
Κρήτη, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα- όπως έμαθα αργότερα εγκυκλοπαιδικά- έλεγαν
όλους όσους έτρεξαν να αφήσουν τις παραδοσιακές τους φορεσιές , και να φορέσουν
τα «μοντέρνα», τα «ευρωπαικά» τα ρούχα.
ΨΑΛΙΔΟΚΩΛΟΙ.
Οι γέροι μ΄είχαν σε εκτίμηση. Ο λόγος ήταν ο παππούς μου. Οι
περισσότεροι από αυτούς τον είχαν
δάσκαλο.
-δεν θα ξεχάσω ποτέ 8 χρονών ήμουν δεν ήμουν, όταν ένας γέρος
ένα πρωινό μου έφερε ένα χαρτί. Είναι το απολυτήριό μου του Δημοτικού που το
έχει υπογράψει ο παππούς σου, μου δήλωσε με υπερηφάνια.
Ο παππούς μου αρνιόταν πεισματικά να βγάλει την βράκα. Ολοι και ειδικά τα παιδιά του τον παρακινούσαν και αυτός
αρνιόταν πεισματικά. ………..Τον πολιτισμό
θα βγάλω μωρέ; Τους απαντούσε εξαγριωμένος. Και τι θα φορώ μωρέ; Τις αηδίες τις
ευρωπαικές;
Ρώτησα την μάνα μου, τον ληξίαρχο της οικογένειας, ποιοι είναι
στις φωτογραφίες.
-
Α
εδώ είναι ο παππούς σου, πρέπει να την έβγαλε , μαζί με άλλους 2, όταν ήταν «πληρεξούσιος
Αποκορώνου», σε κάποια επαναστατική συνέλευση. –ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ.
-
Και
εδώ με τις φουστανέλες; Τι δουλειά έχουν Κρητικοί με Φουστανελάδες;
-
Α
εδώ είναι ο αδελφός της γιαγιάς σου ο Κώστας. Την έβγαλε την φωτογραφία στην
Αθήνα, μαζί με άλλους, πριν πάνε να πολεμήσουν εθελοντές …..τότε στο
Μακεδονικό. Σκοτώθηκε ο καυμένος. Προς τιμή του ο πατέρας σου πήρε το όνομά
του. Δεν συνηθιζόταν στην Κρήτη να δίνουν όνομα από το σόι της γυναίκας, εκτός
και ήταν εξαιρετική περίπτωση. - ΕΤΣΙ
ΑΠΛΑ.
Λοιπόν το αποφάσισα.
Το σπίτι στο χωριό θα το «συμμαζέψω».
Όχι δεν θα βάλω jacuzi, ούτε πλακάκια Ιταλίας. Ούτε τους τοίχους
θα σπατουλάρω.
Θα φτειάξω την ρουγόπορτα στέρεα
πάλι. Όχι με κάγκελα , αλλά συμπαγή με αμπάρες και με μάνταλα, όπως ήταν
κανονικά.
Στις πόρτες και στα παράθυρα, δεν θα
βάλω συναγερμούς, ούτε θα τα φτιάξω αλουμίνια. Κανονικά με αμπάρες και με
μάνταλα. Στον οντά με τα παραθύρια σαν πολεμίστρες, θα ανεβαίνεις όπως παλιά,
μέσα από καταπακτή με ανεμόσκαλα.
Μία εξαίρεση , ένα νεωτερισμό θα κάνω
μόνο. Πάνω από τον οντά, θα φτιάξω έναν ιστό σημαίας, που θα κυματίζει μια σημαία.
Εστω κινέζικη ραιγιόν, έστω αυτή με τις ρίγες και όχι με τον σταυρό.
Θα στέκομαι
στον οντά, αγναντεύοντας από κάθε παραθύρι , είτε τις Μαδάρες, είτε
το Πέλαγο,
είτε τον Κουλέ, είτε τον Πήγαδο.
Θα ακούω τους φάλκους να κρώζουν και
το πανί της Σημαίας, να παλεύει με τον αέρα.
Τα βράδυα , στο σκληρό πάτωμα του
οντά, αυτό χωρίς στρώμα, θα μιλώ με τους δικούς μου. Τον παππού μου, τον πατέρα
μου, τον θείο τον Κώστα και τους άλλους.
Όχι βράκα δεν θα φορέσω. ……Φοβάμαι
μην με περιγελάσουν, και πρώτα από όλα οι δικοί μου άνθρωποι.
Πασαλή δεν θάχω ………Δεν είμαι άξιος.
ΨΑΛΙΔΟΚΩΛΟΣ ΕΙΜΑΙ – ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ.
Όχι οι δικοί μου δεν το ξέρουν , το τι
σχέδια έχω. Νομίζουν, ότι «συμμαζεύουμε» το σπίτι, για να μην χαθεί η αξία του
και χάσουμε κάποια λεφτά………… τρομάρα τους.
Εύχομαι
μόνο να μ αξιώσει ο θεός να δω εγγόνια. Θα τα ανεβάσω στον οντά Και τους δείξω τον Κουλέ και τον Πήγαδο.