Εταιρεία-κοινοπραξία- συμφωνία
Λέοντος. Σύμφωνα με αυτή, κάποιοι εταίροι από μία εταιρία ή κοινοπραξία
παίρνουν τα κέρδη, αποκλείοντας κάποιους άλλους. Η Ορολογία, προέκυψε σαν παράδειγμα στο
κυνήγι , που το λιοντάρι συν- έστησε ομάδα, που όταν όμως ήρθε η ώρα της
μοιρασιάς, απέκλεισε όλους τους άλλους.
Πριν φτάσετε εκεί,
Θα ήθελα να μου αφιερώσετε λίγο
χρόνο, διαβάζοντας τις παρακάτω γραμμές.
Societas Leonina, η κοινωνία μας. Κάποια μέλη της, αποκλείονται από την μοιρασιά, και ωφελούνται μόνο τα «λιοντάρια».
Societas leonina, η Ευρωπαική Ένωση. Κάποια μέλη της αποκλείονται από την μοιρασιά, και ωφελείται μόνο ο «λέων».
Ανάγκη, κουφότητα, και απειρία. Το ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, δίνει επακριβώς τον νομικό ορισμό των λέξεων αυτών. Νομίζω, ότι εδώ διαβάζοντας, το σκεπτικό-εισαγωγή της απόφασης του Αρείου Πάγου, μπορεί να αντιληφθεί κανείς και να βάλει στην θέση των «αναιρεσειόντων και ανερισβλήτων διαδίκων της υπόθεσης, τον Ελληνικό Λαό, τους Κυβερνώντες, και τους εθνοπατέρες μας.
Unconscionable ή μονομερής κατά το Αγγλικό Δίκαιο. Μπορεί λοιπόν κανείς να αντιληφθεί , πως οι αρχές δικαίου σε έναν πολιτισμένο κόσμο, είναι λίγο ή πολύ κοινές. Ας μην μας τρομάζει λοιπόν, πως τα «μνημόνια» και οι «δανειακές συμβάσεις», υπάγονται σε καθεστώς «Αγγλικού Δικαίου».
Σήμερα λοιπόν δεν θα σας γράψω, για «λαική κυριαρχία», για «εθνική ανεξαρτησία», για «πουλημένους» ή «αδιάφορους πολιτικούς» ή για πολιτικούς που «κοιτάνε το συμφέρον της πατρίδας με μέτρα που είναι σκληρά αλλά αναγκαία».
Σήμερα σας γράφω , για «Λέοντες», για «ανάγκη, κουφότητα και απειρία» και για μονομέρεια (unconscionable).
Υπάρχουν λύσεις, αρκεί να μην
είμαστε «κουφοί».
Υ.Γ. νομικός δεν είμαι, το έχω ξαναγράψει. Να διαβάζω , να
σκέφτομαι και να έχω ηθική (έστω και αν είναι υποκειμενική) …… με έμαθε η
……..κ. Ευτέρπη.
Από τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 180 ΑΚ, προκύπτει ότι άκυρη ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη είναι η σύμβαση με την οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, εκμεταλλευόμενο την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ωφελήματα που κατά το χρόνο της συνομολογήσεώς τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση, από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ’ αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου. Ειδικότερα φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει o ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, αποτελεί νομική έννοια και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο (ΑΠ 714/1973 Ολομ.)
------------------------------------------------------------------
Αυτά τα λέγανε οι σοφοί Ρωμαίοι,
οι πατριάρχες του σύγχρονου «δυτικού» νομικού πολιτισμού μας.
Στο Δίκαιο,το Αγγλοσαξωνικό
(Αγγλία, Αυστραλία, Καναδάς, ΗΠΑ)
υπάρχει ο όρος unconscionable , που
μεταφράζεται σε «μονομερής».
Στην δική μας την «απολίτιστη»
και γραφική Ελλάδα, υπάρχει ο Αστικός κώδικας.
Ποιο κάτω σας παραθέτω
Μία ερμηνεία στα Αγγλικά του societas Leonina
Mία απόφαση του Αρείου Πάγου του 2005, που
αναλύει τα σχετικά άρθρα του Αστικού μας κώδικα
Μία μετάφραση από το google της wikipedia στα Ελληνικά, του λήμματος «unconscionable», που επειδή κάνει εκτενή
αναφορά στο «Αγγλικό Δίκαιο», έχει ιδιαίτερη κατά την ταπεινή μου άποψη, αξία.
Societas Leonina, η κοινωνία μας. Κάποια μέλη της, αποκλείονται από την μοιρασιά, και ωφελούνται μόνο τα «λιοντάρια».
Societas leonina, η Ευρωπαική Ένωση. Κάποια μέλη της αποκλείονται από την μοιρασιά, και ωφελείται μόνο ο «λέων».
Ανάγκη, κουφότητα, και απειρία. Το ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, δίνει επακριβώς τον νομικό ορισμό των λέξεων αυτών. Νομίζω, ότι εδώ διαβάζοντας, το σκεπτικό-εισαγωγή της απόφασης του Αρείου Πάγου, μπορεί να αντιληφθεί κανείς και να βάλει στην θέση των «αναιρεσειόντων και ανερισβλήτων διαδίκων της υπόθεσης, τον Ελληνικό Λαό, τους Κυβερνώντες, και τους εθνοπατέρες μας.
Unconscionable ή μονομερής κατά το Αγγλικό Δίκαιο. Μπορεί λοιπόν κανείς να αντιληφθεί , πως οι αρχές δικαίου σε έναν πολιτισμένο κόσμο, είναι λίγο ή πολύ κοινές. Ας μην μας τρομάζει λοιπόν, πως τα «μνημόνια» και οι «δανειακές συμβάσεις», υπάγονται σε καθεστώς «Αγγλικού Δικαίου».
Σήμερα λοιπόν δεν θα σας γράψω, για «λαική κυριαρχία», για «εθνική ανεξαρτησία», για «πουλημένους» ή «αδιάφορους πολιτικούς» ή για πολιτικούς που «κοιτάνε το συμφέρον της πατρίδας με μέτρα που είναι σκληρά αλλά αναγκαία».
Σήμερα σας γράφω , για «Λέοντες», για «ανάγκη, κουφότητα και απειρία» και για μονομέρεια (unconscionable).
--------------------------------------------------------
SOCIETAS LEONINA. Among the Roman lawyers this term signified that kind
of society or partnership by which the entire profits should belong to some of
the partners in exclusion of the rest.
2. It was so called in allusion to the fable of the lion and other animals, who having entered into partnership for the purpose of hunting, the lion appropriated all the prey to himself.
2. It was so called in allusion to the fable of the lion and other animals, who having entered into partnership for the purpose of hunting, the lion appropriated all the prey to himself.
----------------------------------------------------------
Αριθμός 1244/2005
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:………, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Ιανουαρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως ………για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. …….Των αναιρεσιβλήτων: 1. ……….Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από 19 Οκτωβρίου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, …….
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:………, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Ιανουαρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως ………για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. …….Των αναιρεσιβλήτων: 1. ……….Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από 19 Οκτωβρίου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, …….
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 180 ΑΚ, προκύπτει ότι άκυρη ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη είναι η σύμβαση με την οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, εκμεταλλευόμενο την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ωφελήματα που κατά το χρόνο της συνομολογήσεώς τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση, από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ’ αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου. Ειδικότερα φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει o ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, αποτελεί νομική έννοια και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο (ΑΠ 714/1973 Ολομ.)
Μονομέρεια (γνωστή
ως unconscientious συναλλαγές στην Αυστραλία ) είναι ένα δόγμα το δίκαιο των συμβάσεων που περιγράφει τους
όρους που είναι τόσο εξαιρετικά άδικο, ή συντριπτικά μονόπλευρη υπέρ του μέρους
που έχει την ανώτερη διαπραγματευτική ισχύ , ότι είναι αντίθετη
με την καλή συνείδηση. Τυπικά, ένα εξωφρενικό
συμβόλαιο κριθεί ανεφάρμοστη, διότι κανένας λογικός ή ενημερωμένα άτομα
διαφορετικά θα συμφωνήσουν σε αυτό. Ο δράστης
της συμπεριφοράς δεν επιτρέπεται να επωφεληθούν, γιατί το αντάλλαγμα που προσφέρεται είναι ανύπαρκτη, ή είναι τόσο
προφανώς ανεπαρκής, ότι για την εκτέλεση της σύμβασης θα είναι άδικο για το
μέρος προσπαθούν να ξεφύγουν από τη σύμβαση.
Μονομέρεια προσδιορίζεται
με την εξέταση των συνθηκών των μερών, όταν η σύμβαση έγινε, όπως η
διαπραγματευτική δύναμη, την ηλικία τους, και την πνευματική ικανότητα. Άλλα θέματα που θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την έλλειψη της
επιλογής, ανώτερη γνώση, και άλλες υποχρεώσεις ή περιστάσεις που περιβάλλουν τη
διαπραγματευτική διαδικασία. Ασυνείδητη
συμπεριφορά βρίσκεται επίσης σε πράξεις απάτης και εξαπάτησης , όπου η σκόπιμη διαστρέβλωση των πραγματικών περιστατικών στερεί κάποιος
από μια πολύτιμη κατοχή. Όταν ένα μέρος παίρνει
παράλογο πλεονέκτημα του άλλου, η προσφυγή μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ποινικό
απάτης ή της πολιτικής αγωγής της εξαπάτησης.
Για την υπεράσπιση της
μονομέρεια να εφαρμόσει, η σύμβαση πρέπει να έχουν εξωφρενικό κατά το χρόνο που
έγινε? Αργότερα συνθήκες που καθιστούν τη σύμβαση εξαιρετικά μονόπλευρη είναι
άνευ σημασίας. Δεν υπάρχουν τυποποιημένα
κριτήρια για τον προσδιορισμό μονομέρεια? Είναι μια υποκειμενική κρίση του δικαστή , όχι μια κριτική επιτροπή , και εφαρμόζεται μόνο όταν θα είναι μια
προσβολή για την ακεραιότητα του δικαστικού συστήματος να επιβάλει μια τέτοια
σύμβαση. Μετά την εύρεση μονομέρεια ένα
δικαστήριο έχει μεγάλη ευελιξία σχετικά με το πώς να επανορθώσει την κατάσταση.
Μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση της σύμβασης κατά του
κόμματος άδικης μεταχείρισης στη θεωρία ότι είχαν παραπλανηθεί, δεν περιείχαν
στοιχεία, ή υπογράψει κάτω από πίεση ή παρανόηση? Μπορεί να αρνηθεί να
εφαρμόσει την επίδικη ρήτρα, ή να λάβει άλλα μέτρα που θεωρεί αναγκαία για να
έχουν μια δίκαιη έκβαση. Ζημιές συνήθως δεν
χορηγούνται.
Τυπικά
παραδείγματα
Υπάρχουν αρκετά τυπικά παραδείγματα στα οποία μονομέρεια
είναι πιο συχνά βρέθηκαν:
- Όταν ένα μέρος που συνήθως ασχολείται με εξελιγμένα επιχείρηση εισάγει συναλλαγές στερεότυπο γλώσσα σε μια σύμβαση που περιλαμβάνει τους όρους απίθανο να γίνει κατανοητό ή να εκτιμηθεί από τον μέσο άνθρωπο, όπως μια αποκήρυξη των εγγυήσεων , ή μια διάταξη η οποία επεκτείνει την ευθύνη για ένα πρόσφατα αγορασμένο στοιχείο για τα εμπορεύματα που προηγουμένως αγοράσει από τον ίδιο πωλητή.
- Όταν ο πωλητής φουσκώνει πολύ την τιμή των προϊόντων, ιδίως όταν ο πληθωρισμός αυτός διεξάγεται με τρόπο που αποκρύπτει από τον αγοραστή, το συνολικό κόστος για το οποίο ο αγοραστής θα είναι τελικά υπεύθυνος. Ένα παρόμοιο παράδειγμα θα ήταν αυστηρές διατάξεις κυρώσεις για τη μη καταβολή των δόσεων του δανείου αμέσως ότι είναι σωματικά κρύβεται από ψιλά γράμματα που βρίσκεται στη μέση του μια σκοτεινή σκέψη μιας μακράς σύμβαση δανείου. Σε μια τέτοια περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει καμία συνάντηση των μυαλών των συμβαλλομένων μερών στη σύμβαση και ότι το ασθενέστερο μέρος δεν έχει αποδεχθεί τους όρους της σύμβασης.
- Όταν ο πωλητής προσφέρει μια τυποποιημένη σύμβαση της πρόσφυσης για την αγορά των απαραίτητων αγαθών ή υπηρεσιών (π.χ. τροφή, στέγη, μέσα μεταφοράς) στους καταναλωτές, σε ένα "take it or leave it" βάση, χωρίς να δώσει στους καταναλωτές ρεαλιστικές ευκαιρίες να διαπραγματευτεί τους όρους που θα όφελος των συμφερόντων τους. Ενώ δεν υπάρχει τίποτα ανεφάρμοστη ή ακόμη και λάθος για τις συμβάσεις πρόσφυση στον εαυτό τους, ειδικοί όροι μπορεί να καταστήσει τα χρηστά ήθη. Παραδείγματα του ακαθάριστου μονομέρεια θα είναι διατάξεις που περιορίζουν αποζημιώσεως κατά του πωλητή, ή να περιορίσει τα δικαιώματα του αγοραστή να αναζητήσει ανακούφιση στα δικαστήρια κατά του πωλητή. Στην περίπτωση του 2009 της Χάρης Β. Blockbuster Α.Ε. , ο ενάγων υποστήριξε ότι η διάταξη Blockbuster για να αναγκάσει διαιτησία και απαγορεύουν τις ομαδικές αγωγές ήταν απατηλό και παράλογη. Ωστόσο, αν η σύμβαση ήταν παράλογο είναι άγνωστη, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι ήταν απατηλό και ως εκ τούτου δεν αποτελούν εκτελεστό τίτλο, και δεν έλαβε υπόψη όλες τις περαιτέρω εξέταση. [1]
Διαδικαστικά μονομέρεια θεωρείται ως μειονέκτημα από
ένα ασθενέστερο μέρος στις διαπραγματεύσεις, ενώ ουσιαστική μονομέρεια
αφορά τον καταχρηστικό χαρακτήρα των όρων ή των αποτελεσμάτων. Πιο συχνά το
πρώτο θα οδηγήσει στην τελευταία, αλλά όχι πάντα. Η ύπαρξη των διαδικαστικών
μονομέρεια χωρίς ουσιαστική μονομέρεια μπορεί να αρκεί για να αναιρέσει μια
σύμβαση, αλλά η τελευταία, από μόνη της, δεν μπορεί. Όπως και με τα θέματα της
εξέτασης, ο ρόλος του δικαστηρίου δεν είναι να διαπιστωθεί αν κάποιος έχει
κάνει μια καλή ή κακή συμφωνία, αλλά μόνο αν το συμβαλλόμενο μέροςείχε την
ευκαιρία να κρίνουν σωστά τι ήταν καλύτερο το δικό τους συμφέρον.
Ηνωμένες
Πολιτείες
Νομολογία
Η βασική νομολογία για μονομέρεια στις Ηνωμένες Πολιτείες
είναι κατά Williams Walker-Thomas
Έπιπλα Co , 350 F.2d 445 (DC Cir. 1965). Στην περίπτωση αυτή, ο
εναγόμενος, ένα κατάστημα λιανικής πώλησης επίπλων, πωλούνται πολλά στοιχεία σε
έναν πελάτη 1957-1962. Η εκτεταμένη σύμβαση πίστωσης γράφτηκε έτσι ώστε κανένα
από τα έπιπλα θεωρήθηκε να αγοραστούν μέχρι όλα αυτά πληρώθηκαν. Όταν ο ενάγων
αθετήσει και απέτυχε να κάνει τις πληρωμές για το τελευταίο στοιχείο των
επίπλων, το κατάστημα επίπλων προσπάθησε να ανακτήσει το σύνολο των επίπλων που
πωλούνται από το 1957, όχι μόνο το τελευταίο στοιχείο. Η Περιφέρεια της Κολούμπια Εφετείο ανέπεμψε
την υπόθεση στο κατώτερο δικαστήριο για τη δίκη για να καθορίσουν τις περαιτέρω
γεγονότα, αλλά έκρινε ότι η σύμβαση θα μπορούσε να θεωρηθεί παράλογη και
αναιρείται αν είχε αγοραστεί λόγω ακαθάριστο ανισότητα στη διαπραγματευτική
δύναμη.
Νομοθεσία
Στις Ηνωμένες Πολιτείες , η έννοια, όπως εφαρμόζεται
σε πωλήσεις αγαθών έχει κωδικοποιηθεί στο τμήμα 2-302 του ενιαίου εμπορικού κώδικα .
Αναμόρφωση
των συμβάσεων
Σύμφωνα με το δεύτερο Επαναδιατύπωση των συμβάσεων
, ο διάδικος μπορεί να προβάλει καμία αξίωση για την ανακούφιση από τη μονομερή λάθος σχετικά με τους
όρους και τις προϋποθέσεις της σύμβασης ή αποζημίωση ρήτρα. Ανακούφιση για τη
μονομερή λάθος μπορεί να χορηγηθεί αν το λάθος θα καθιστούσε την εκτέλεση της
σύμβασης παράλογη. Η επαναδιατύπωση θεωρεί ότι παράγοντες όπως: 1) έλλειψη
εμπιστοσύνης της promisee? [2]
. και 2) μεγάλες διαφορές στις τιμές που ανταλλάσσονται [3]
Παρά την αναγραφή των στοιχείων αυτών, όμως, οι
περισσότερες προκλήσεις για την εκκαθάριση ρήτρες αποζημίωσης επιβιώσουν
νομικές προκλήσεις που βασίζονται στη μονομέρεια.
Η επαναδιατύπωση έχει επίσης μια ξεχωριστή διάταξη για
μονομέρεια στην § 208, «παράλογη σύμβαση ή η διάταξη», η οποία σε γενικές
γραμμές επιτρέπει σε ένα δικαστήριο να περιορίσει την εφαρμογή του αδιανόητη
χρόνου ή σύμβαση, προκειμένου να αποφευχθεί ένα εξωφρενικό αποτέλεσμα.
Αγγλική
νομολογία
"Ανισότητα στη διαπραγματευτική δύναμη» είναι ένας
όρος που χρησιμοποιείται στο αγγλικό δίκαιο να εκφράσει ουσιαστικά την ίδια ιδέα με
μονομέρεια, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να αναλυθούν περαιτέρω σε υποθέσεις
σχετικά με εξαναγκασμό, κατάχρηση επιρροής και την εκμετάλλευση της αδυναμίας.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συναίνεση κάποιου σε μια συμφωνία ήταν μόλις
αγοραστεί μέσω εξαναγκασμό, από αδικαιολόγητη επιρροή ή υπό σοβαρή εξωτερική
πίεση ότι ένα άλλο πρόσωπο εκμετάλλευση, τα δικαστήρια έκριναν ότι ήταν
παράλογο να επιβάλει συμφωνίες. Διαμάχη υπάρχει ως προς το εάν μια σύμβαση
πρέπει να είναι ακυρώσιμη απλώς και μόνο επειδή ένα μέρος πιέστηκε από συνθήκες
εντελώς έξω από τον έλεγχο του αντιδίκου.
Η βασική νομολογία για ανάρμοστη επιρροή θεωρείται ότι
είναι Lloyds Bank Ltd κατά Bundy ? η υπόθεση
είναι αξιοσημείωτο εν λόγω απόφαση είχε βάλει εμπρός το αγγλικό δίκαιο θα
πρέπει να υιοθετήσει την αμερικανική προσέγγιση ότι όλα τα προβλήματα της
αυτονομίας θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ενιαίας αρχής της
«ανισότητας των διαπραγματεύσεων δύναμη ". Στην περίπτωση αυτή, Bundy
συμφώνησαν να αυξήσουν την υποθήκη για αγροικία του, προκειμένου να
διατηρηθεί το πιστωτικό όριο να επεκταθεί στην επιχείρηση του
γιου του. Το ερώτημα ήταν αν η σύμβαση που οδηγεί στην ανάκτηση του
αγροκτήματος Bundy ήταν ακυρώσιμη λόγω της πίεσης που ασκήθηκε από την τράπεζα.
Το Εφετείο της Αγγλίας και της Ουαλίας
αποφάσισε ότι από το ποσό του δανείου ήταν ήδη υψηλότερο από την υπάρχουσα
υποθήκη, Bundy έλαβε κανένα άμεσο όφελος από τη συμφωνία για την αύξηση του
ποσού της υποθήκης? ότι η τράπεζα παρέλειψε να τον ενημερώσουμε για την
πραγματική οικονομική κατάσταση των δραστηριοτήτων του γιου του, και ότι
απείλησε να καλέσει σε δάνειο του γιου του, αν Bundy δεν συμφώνησαν με την
αύξηση. Επιπλέον, δεδομένου ότι Bundy επίκληση του Lloyd για την υποθήκη και η
γραμμή του γιου του της πίστωσης, η σχέση τράπεζας-πελάτη βρέθηκε να έχουν
δημιουργήσει ένα πιστωτικό καθήκον? Ως εκ τούτου, η τράπεζα θα πρέπει να
συνιστάται ότι θα αναζητήσουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή. [4]
Denning Lord MR διαπίστωσε ότι η σύμβαση ήταν
ακυρωτέα λόγω της άνισης διαπραγματευτικής θέσης στην οποία Bundy είχε ο ίδιος
διαπίστωσε, ότι είχε συνάψει τη σύμβαση χωρίς ανεξάρτητες συμβουλές και ότι οι
αθέμιτες πιέσεις που ασκήθηκαν από την τράπεζα. Ουσιαστικά, το δικαστήριο
αποφάνθηκε ότι μόνο η τράπεζα επωφελήθηκε από τη συμφωνία για την αύξηση του
ποσού της υποθήκης, και ότι είχε εκμεταλλευθεί την αδυναμία Bundy του. Η
συναλλαγή βρέθηκε να είναι παράλογη και Bundy μόνο έπρεπε να τιμήσει το
χαμηλότερο ποσό υποθήκης.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η απόφαση του Denning δεν
αντιπροσωπεύουν το νόμο National Westminster Bank Plc κατά Morgan, στο
οποίο ένα οικογενειακό σπίτι ήταν επίσης υποβάλλεται σε μια δεύτερη υποθήκη για
να εξασφαλίσει ένα δάνειο για τις επιχειρήσεις του συζύγου με την Abbey
National Bank. Οι Morgans πήρε σε καθυστέρηση για το δάνειο, και National
Westminster Bank, κοινώς γνωστό ως «NatWest», προσφέρει ένα πακέτο διάσωσης για
να βοηθήσει το ζευγάρι σώσει το σπίτι τους, όπου θα εξοφλήσει τα υφιστάμενα
στεγαστικά δάνεια και να δώσει το ζευγάρι ένα δάνειο γέφυρα για την σκοπό να υποβοηθήσουν την
επιχείρηση του συζύγου. Στον περιορισμένο χρόνο που ο διαχειριστής NatWest
πέρασε μόνο με την κα Morgan, δήλωσε ότι δεν ήθελε να εκτεθεί σε τυχόν επιπλέον
κινδύνους, καθώς δεν είχε καμία πίστη στην ικανότητα των επιχειρήσεων του
συζύγου της. Ο διευθυντής της τράπεζας διαβεβαίωσε ότι οι κίνδυνοι ήταν
περιορισμένες και δεν συμβουλεύει της να πάρει ανεξάρτητη νομική συμβουλή.
Υπέγραψε τη σύμβαση, και η τράπεζα που αργότερα ονομάστηκε το δάνειο, όταν η
Morgans αθετήσει. Άμυνας κα Μόργκαν ήταν ότι ο διευθυντής της τράπεζας είχε
ασκήσει αθέμιτη επιρροή της στην προμήθεια υπογραφή της. Σε αντίθεση με την
Lloyds Bank Ltd κατά Bundy, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε αδικαιολόγητη
επιρροή δεδομένου ότι η συναλλαγή δεν ήταν ένα «μειονέκτημα πρόδηλο» με το
ζευγάρι, [5]
και ότι η κα Morgan δεν είχε δημιουργήσει μια σχέση εμπιστοσύνης και
αξιοπιστίας στη σύντομη χρόνος που πέρασε με τον διαχειριστή NatWest. [6]
Καναδική
νομολογία
Το δόγμα του μονομέρεια είναι καλά εδραιωμένη στον Καναδά,
όπου έχει επεκταθεί από τα παλαιότερα και πιο πάγια δόγμα της αθέμιτης
επιρροής, και είναι γενικά ορίζεται ως η λήψη αδικαιολόγητο πλεονέκτημα ενός
ανισότητα στη διαπραγματευτική δύναμη. [7]
Στην περίπτωση του Harry κατά Kreutziger, ο Χάρι
ήταν ένα Πρώτη Εθνών Αβορίγινες με συγγενή μερική βλάβη της
ακοής. Μια εμπορική ψαράς, είχε ένα βαθμό σχολική εκπαίδευση και ήταν άπειροι
σε θέματα επιχειρήσεων. Είχε στην κατοχή του ένα σκάφος αξίας μόνο $ 1.000,
αλλά ήρθε με άδεια αλιείας: δεδομένου ότι η βρετανική Κολομβιανή κυβέρνηση είχε παύσει την
έκδοση νέων αδειών, θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον με τη μεταγωγή. Λόγω αυτού
του περιορισμού και η πρόσφατη εξαιρετική αλιείας σολομού, τα πιστοποιητικά
ήταν αξίας περίπου $ 15.000, menaing ότι η συνολική αξία του σκάφους του Χάρι
ήταν $ 16,000. Kreutziger πρώτη φορά προσφέρεται Harry μια επιταγή για $ 2.000,
το οποίο είχε επιστροφή του αδελφού του, έτσι ώστε δεν θα πρέπει να
αντιμετωπίσουν την επίμονη Kreutziger. Kreutziger συνέχισε να τον παρενοχλεί,
εξασφαλίζοντας Harry ότι ως Αβοριγίνων που θα μπορούσε εύκολα να είναι σε θέση
να πάρει άλλη άδεια. Harry τελικά συμφώνησε να πωλήσει για $ 4.500, αλλά στη
συνέχεια Kreutziger μείωσε μονομερώς την τιμή κατά $ 570, την αφαίρεση του
κόστους της μετατροπής της άδειας βάρκα από ένα «" AI "'άδεια
(διαθέσιμο μόνο στους αυτόχθονες λαούς) σε ένα" "Α" "άδεια
. Χάρι στη συνέχεια αίτηση για άλλη άδεια, αλλά απορρίφθηκε με την αιτιολογία
ότι είχε αφήσει τον κλάδο της αλιείας, όταν πούλησε το σκάφος. Ο Χάρι μήνυσε να
έχει η πώληση αναιρέσει, αλλά ήταν ανεπιτυχής σε δίκη.
Το βρετανικό Court Κολούμπια Εφετείο κατέληξε ότι υπάρχει
μια σαφής ανισότητα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της έλλειψης του Χάρι της
εκπαίδευσης και σωματική αναπηρία, καθώς και η διαφορά στην τάξη, τον
πολιτισμό, και οικονομικές συνθήκες μεταξύ των δύο μερών. Δράσεις Kreutziger
έδειξε καθαρά τη δύναμή του? Ήταν πολύ επιθετικό στις διαπραγματεύσεις και ήταν
σε θέση να τροποποιήσει μονομερώς την τιμή για δικό του όφελος. Kreutziger ήταν
επίσης σε θέση να αποδείξει ότι η συμφωνία ήταν σε κάθε δίκαιο τρόπο, καθώς η
τιμή ήταν το ένα τέταρτο της πραγματικής αξίας του σκάφους και την άδεια. [8]
Το δικαστήριο υπαναχωρήσει από τη σύμβαση λόγω της μονομέρεια της συναλλαγής,
αποκλείοντας ότι ο αγοραστής προσπαθεί να επωφεληθεί της έλλειψης του πωλητή
γνώση της αξίας της άδειας, καθώς και την παραγγελία Kreutziger να επιστρέψει
το σκάφος και την άδεια Harry, και ο Χάρι να επιστρέψει την πληρωμή των $ 3,930
για να Kreutziger.
Ωστόσο, η σοβαρή υποτίμηση της ιδιοκτησίας και ιδιαίτερα
ανεπαρκής εξέταση από μόνη της δεν είναι μια διαπίστωση του κατά πόσον μια
συναλλαγή είναι παράλογο. Για παράδειγμα, σε Οντάριο περίπτωση, ένας ιδιοκτήτης συμφώνησε να πουλήσει μια επιλογή για την πώληση της περιουσίας του
για το ποσό των $ 1.00. Ο ιδιοκτήτης αργότερα έμαθε ότι οι επιλογές για την
αγορά ακινήτων πωλούν συνήθως για περισσότερο από την ονομαστική ποσά. Το
δικαστήριο επέβαλε την σύμβαση υπέρ του δικαιούχου, κρίνοντας ότι οι
διαπραγματεύσεις για την τιμή του δικαιώματος και της τιμής ο κάτοχος του
δικαιώματος θα πληρώσει για το σπίτι, αν ο ίδιος επέλεξε να αγοράσει ήταν και
οι δύο αρκετά διαπραγμάτευση και ότι ο πωλητής είχε την κατάλληλη ευκαιρία να
διερευνήσει την αγορά και απλά δεν το έπραξε. [ παραπομπή που απαιτείται
]
Αυστραλιανή
νομολογία
Η κορυφαία αυστραλιανή υπόθεση Commercial Bank of Australia Ltd
κατά Amadio (1983) 151 CLR 447. [9]
Σε αυτή την περίπτωση, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι ιταλική μεταναστών εγγυάται τα
χρέη των επιχειρήσεων του γιου οικοδόμος τους στην Εμπορική Τράπεζα. Εκείνη την
εποχή η υποθήκη εκτελέστηκε, ο διευθυντής της τράπεζας γνώριζε επισφαλή
οικονομική κατάσταση του γιου του και ήξερε ότι οι Amadios, που δεν μιλούν καλά
αγγλικά, δεν ήταν τόσο ενημερωθεί, αλλά δεν έκαναν τίποτα για να εξηγήσει
περαιτέρω την κατάσταση σε αυτούς ή προτείνουν ότι λάβετε ανεξάρτητες
συμβουλές. Επιπλέον, η τράπεζα δεν συμβουλεύει τους Amadios ότι δεν υπήρχε όριο
στην ευθύνη τους βάσει της εγγύησης? Οι Amadios πίστευαν ευθύνη τους
περιορίζεται σε $ 50.000.
Όταν η επιχείρηση του γιου του απέτυχε, οι Amadios είχε τη
σύμβαση αναιρέσει λόγω παράλογη αντιμετώπιση από την τράπεζα. Το δικαστήριο
έκρινε ότι ο διευθυντής της τράπεζας γνώριζε για την "ειδική αναπηρία» της
Amadios, αναφερόμενος στην προχωρημένη ηλικία τους, η έλλειψη επιχειρηματικό
δαιμόνιο, η έλλειψη ευχέρεια στη γραπτή αγγλική γλώσσα, και η εξάρτησή τους από
[ανεπαρκή] δημοσιοποίηση του γιου τους των οικονομικών του. Αυτή η «αναπηρία»
ήταν αρκετά εμφανής στην τράπεζα, καθώς το ισχυρότερο κόμμα, για να κάνει την
αποδοχή τους από σύμφωνη γνώμη του ασθενέστερου μέρους της συναλλαγής καταφανώς
άδικο. Η τράπεζα δεν εξασφαλίζουν ότι οι Amadios κατανοήσει πλήρως τη φύση της
συναλλαγής? Συνέπεια της τράπεζας "εκμεταλλευόμενες" την ευκαιρία που
παρουσιάστηκε ήταν unconscientious.
Με βάση αυτήν την περίπτωση, η νέα έννοια της «μονομέρεια»
γενικά και συμβατική νόμος ψηφίστηκε από τη νομοθεσία της Αυστραλίας, ορίζοντάς
την με δύο τρόπους:
- Χρησιμοποιώντας αθέμιτης επιρροής / εξαναγκασμού (Νόμος Προστασίας των Καταναλωτών, Goldring, σελ. 34)? Σε αυτό το παράδειγμα, ο καταναλωτής δεν είναι σε θέση να προβαίνουν σε ανεξάρτητη απόφαση βασίζεται στο γεγονός ότι η αδικαιολόγητη επιρροή γίνεται για να φέρει πάνω του / της.
- Το ισχυρότερο κόμμα εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι ο καταναλωτής είτε δεν έχουν αρκετή γνώση και κατανόηση της σύμβασης ή είναι ανίκανη να κάνει μια ανεξάρτητη απόφαση. Ο έμπορος δεν επισημαίνουν ότι ο καταναλωτής έχει λεωφόρους να πάρει βοήθεια σε σαφώς κατανόηση της σύμβασης. Έτσι, στην περίπτωση αυτή, ο έμπορος είναι εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη του καταναλωτή κατανόηση για το δικό του όφελος.
Amadio, καθώς και άλλες περιπτώσεις έχουν δει μια
μεγαλύτερη προθυμία από τα δικαστήρια για να αναιρέσει τις συμβάσεις για λόγους
μονομέρεια. [10]
Αυτό έχει επηρεαστεί εν μέρει από τις πρόσφατες κανονιστικές εξελίξεις, όπως η
αναθεώρηση Συμβάσεις Act 1980 (NSW) και την Υπηρεσία Ανταγωνισμού και
Καταναλωτών Πράξη 2010 (Cth).